Χρώματα

Πήρα το θαλασσί του ουρανού
έβαψα το μαύρο απ άκρη σε άκρη
ακέραια κατά πως πρέπει.
Σε εκείνα τα σπαρακτικά χαμόγελα
της εσωτερικής θλίψης
λίγο τριανταφυλλί παντοτινό
από την αυγή.
Κράτησα τον ήλιο ψηλά
έτσι για να νοιώσεις το φως
και να λιαστεί η ψυχή σου.
Κράτησα τη μοίρα
με το βαθύ παράπονο στα μάτια.
Η στιγμή με τα χρώματα
μια προσευχή που την τρέφει η αγωνία.
Η ασιτία και ο πόνος,
το μεγάλο αναπότρεπτο κακό,
η κατάρα μιας μυστηριώδους σύμπτωσης
που παραμονεύει στους αιώνες.
Ξαφνιαζόμαστε, σαστίζουμε αμέριμνοι,
δεν επαρκεί αυτός ο κόσμος.
Τα παιδιά που πεινάνε
προσπαθούν να γελάσουν
μα δεν ξέρουν.
Τα παιδιά που διψάνε
μας μαθαίνουν να κλαίμε
με τα δικά τους μάτια
μα δεν ξέρουμε.

Πίσω από τις λέξεις

Πίσω από τις λέξεις οι σκέψεις
ασύλληπτες, σαν χρέος.
Χαμογελώ υπομονετικά,
και βασανίζω παλιές αγάπες.
Δεν μιλάμε ακούραστα
απλώνουμε τη ματιά
κατά την απελπισία
και εκλιπαρούμε αμήχανα
για μια ξεκάθαρη επιθυμία.
Στήσανε χορό οι μνήμες
και κρατουν μαντήλι στον εγωισμό,
ασήμαντα μικρά πολλά ξύπνησαν,
δένουν σιωπές
και στέκουν σε απόσταση πόνου.
Μέσα στα χέρια μου κρατώ
σφιχτά ένα χρόνο,
πόσο γρήγορα πέρασε η χαρά
δειλά μακραίνει, μελαγχολική
όπως η μέρα την επομένη μιας γιορτής.
Είναι απόψε ο ουρανός
γλυκό αφίλητο στόμα,
πληθαίνει η δίψα
μα δεν έχω πια μάτια να σε βρω.

Γενέθλια

Πέρασε ακόμα ένας χρόνος
μαζί όλες οι στιγμές
οι κοντινές και οι αλαργινές,
στην επιφάνεια ανάγλυφες
οι δικές μου οι μυστικές
και οι μοιρασμένες
σαν άνοιγα την καρδιά μου.
Ο χρόνος που μεγαλώνω,
δεν θλίβομαι, δεν μελαγχολώ
πιστός φίλος μαζί και ελεύθερος
με έκανε να συμφιλιωθώ
με ότι πιο πολύ φοβόμουν
τον όλεθρο και το χάος.
Τίποτα δεν είναι άσχημο
όταν αισθάνομαι
την ελπίδα και τον κόσμο,
τις βαθιές ημέρες και τις νύχτες
γόνιμες και άγονες,
μια διαρκή παρουσία.
Αρχές Δεκέμβρη
κάτι ολότελα δικό μου
τα πολλόστα μου γενέθλια.
Κλείνω ακόμα ένα χρόνο,
είμαι εδώ.

Εμεινα εδώ

Εμεινα εδώ όπως με άφησες
με πληγωμένη την καρδιά
και μαύρα σύννεφα στον ουρανό,
όλα σιγά σιγά έχουν φύγει,
χάθηκαν, σκόρπισαν μακρυά.
Σε όσους με ρωτούν λέω πως είσαι εδώ
και κρυφά κυλάνε δάκρυα
στο σκοτεινό μου πρόσωπο.
Μη τους το πεις να μη το μάθουν
πως τους είπα ψέματα,
εγώ μονάχα ξέρω πως μένει εδώ
στο άδειο σπίτι το σκοτάδι
και μια ατέλειωτη πικρή σιωπή.
Ολα γύρω είναι νύχτα
και όλα έχουν το χρώμα της,
ψηλαφίζω το παρελθόν μου
να βρω το δικό μου χρώμα
μα βρίσκω μόνο το δικό σου
μαύρο, νωπό, ίδιο με της νύχτας.
Την κάθε μου επιθυμία ζητώ,
άδεια η αφή, δεν υπάρχει,
δεν έχει άκρη να μπορέσω
να βγω να χαιρετήσω το αύριο,
επαίτης για ένα ταξίδι στο φως.
Κάτι μου λέει πως θα γυρίσεις
έμεινα εδώ για να με ξαναβρείς.

Στο έλεος του χρόνου

Παράπονο, στα σκοτεινά
του δρόμου τα στενά διαβαίνουν,
σωπαίνουν οι χαρές.
Είναι μπροστά τα χνάρια
ταξιδεύουν στη μέθη του αγνώστου,
ασχημάτιστα σαν μέλλον,
σαν κύμα που δεν ξέρεις που θα βγεί
και αναμένεις τον ερχομό,
αμετακίνητος και αφουγκράζεσαι.
Κράτησε την επιθυμία
που ταράζει τη συνήθεια
και πλέκει υφάδι το παράπονο
να μη φθείρεται.
Δεν νοιώθει τίποτα η καρδιά
σε τούτη εδώ την αγκωνή
εκτεθειμένη.
Κάτι αλλόκοτες υποσχέσεις
μαζεύονται και μας θυμούνται
από υποχρέωση.
Στο έλεος του χρόνου
στάζουν οι στιγμές έρωτα.

Τρελός για σένα

Λησμόνησε με,
τα γραμμένα της μοίρας, τα θλιμένα
δίχως έπαρση σβήσε.
Αθόρυβο να μη πονέσει βέλος
στείλε να με συναντήσει,
μονάκριβη αγάπη δίχως στίλβη.
Αβάσταχτο λευκό χαρτί
που πια δεν με σώζει ,
δεν με αγγίζει καιρό τώρα
κανένας λόγος.
Το σκίρτημα που έχει πεθάνει,
ο κακός καιρός, η ησυχία.
Δεν μπορώ πια να σ αγαπώ
να πονέσω μαζί σου ή να χαρώ,
έχω διαιρεθεί.
Να είσαι καλά μικρή μου
εκεί που ταξιδεύεις,
και άσε εδώ στην περηφάνεια
να χάνονται τα όνειρα.
Εδώ στην ασήμαντη ζωή
στην άγνοια που με θέλγει,
να κλαίω σαν μικρό παιδί
τρελος για σένα
να πεθαίνω.

Δεκαέξι

Σου χρωστάω την ψυχή μου
για το φωτεινό αστέρι
που γενναιόδωρα μου χάρισες
νύχτα καλή του Νοέμβρη.
Ανοιξα τα μάτια και είδα,
στα άδεια από καιρό
και έρημα χέρια
δειλά ξεπρόβαλε
το πιο εξαίσιο λουλούδι
και τότε γεννήθηκα ξανά.
Ο έρωτας ντύθηκε
με το πιο υπέροχο φόρεμα σου
νύχτα χειμωνιάτικη γλυκιά.
Δεν σταμάτησες εδώ,
ανάμεσα στο όνειρο
και στην πραγματικότητα,
σε μαγική σιωπή
μου δώρισες ακόμα
το πιο ζεστό φιλί σου
να τις στείλω,
και σαν ήλθε η αυγή
όλα τα χρώματα της μέρας.
Επέτειος σήμερα σαν τότε,
δεν λησμονιέται η χαρά
ούτε η μνήμη ενός φιλιού,
τα περασμένα.
Κι αν η αγάπη δεν είναι εδώ
μυστικά σαν από θαύμα
ακόμα καίει.

Μονολογώ

Μονολογώ με φωνή φθίνουσα.
Με κατάπληξη εξακριβώνω,
πως είμαι εντελώς μόνος
με σένα πλάϊ μου.
Τόση προσπάθεια θρυμματίζεται
σε αμετακίνητη επιφάνεια,
λησμονημένη.
Επιμένω αδιάφορα,
φθείρομαι, αντιστρέφομαι,
κρατάς τα μυστικά σου.
Μπορεί να έμεινα χωρίς εναλλαγές,
να μη προσπέρασα τις ενοχές,
μα η ψυχή μου έχει μουσκέψει
από μία αλλόκοτη και επίμονη βροχή
συγκρίσεων και υποσχέσεων.
Με τον καιρό λευκάνθηκε η υπομονή,
δεν είχε τοίχο να κρυφτεί, μήτε αγωνία
αθόρυβα ησύχασε.
Δεν είναι από απόγνωση
που σκαρφαλώνω και συναντώ
καρσί τον εαυτό μου,
δεν είναι από απελπισία,
από μία παράξενη λύπη είναι
που όλα έχουν καταρρεύσει.
Αποφεύγω να μιλήσω,
φυλακισμένος στο μαζί.
Μόνο τα μάτια επιθυμούν,
όταν γεμίζουν δάκρυα,
μεθούν στο φώς θλιμένα
και το κορμί ένα αφόρητο ρίγος.

Χωρίς αντίο

Ξινό φιλί καλό ταξίδι
να πάψει να πονάει η καρδιά
να γράφω στίχους όχι για σένα
και να πετώ με τα πουλιά,
ελεύθερος.
Χανόσουν πάντοτε τις Κυριακές
έμοιαζε η αγάπη σαν ψέμα,
τις άλλες μέρες
σε συναντήσεις αστραπές
τα λόγια μένανε μισά
μας χώριζε ο χρόνος
-έχω αργήσει-.
Η ζωή δεν ήταν ωραία
να περπατάμε μόνοι
και να σκορπίζουμε.
Χτες ακόμα στερνό φιλί,
στα χείλη νωπό,
ήρεμη όψη, ακίνητη,
μην κλαίς.
Δεν μας βαραίνει τίποτα,
δεν μας χρειάζεται η λύπη,
μονάχα η σιωπή.
Φύγαμε χωρίς αντίο.

Πικρός Νοέμβρης

Ελπίδα χελιδόνι μου
δεν σε άφηνε το μαύρο
να πετάξεις.
Σιγά και πάλι χαμήλωνες
και έσβηνες.
Οτι σε έτρεφε, η γλυκιά βοή,
η ήρεμη,
ο Θεΐκός παλμός,
έπαψε να υπάρχει.
Ηλθε η πικρή στιγμή σήμερα
κι ο ουρανός άλλαξε χρώμα,
δεν είναι πια γαλανός,
δεν είναι πια ουρανός.
Ο αιώνιος ύπνος σε πήρε,
πια δεν θα ζητάς.
Είδαν τα μάτια σου αρκετά,
μα πάντα υπήρχαν κι άλλα
που δεν πρόφτασες, δεν είδες.
Ανάμεσα μας αόρατος,
θα είσαι και θα περπατάς,
το γελαστό σου πρόσωπο,
τα σμιχτά σου φρύδια,
και εκείνο το γλυκό χαμόγελο
το γαλήνιο θα θυμόμαστε.
Η νοσταλγία μας
δεν θα αφήσει τον χρόνο
να σε ξεθωριάσει.
Καλό ταξίδι.

Εχω δουλειά

Ηταν ωραίο το ταξίδι
περπατήσαμε ανέμελα
σε δρόμους μυστικούς
οριοθετημένους
με εκείνη την παράξενη λογική
της αταξίας.
Ζήσαμε μιαν αγάπη σπάνια
σε απίστευτο βαθμό,
δεν λογαριάσαμε τίποτα.
H κάθε μας λέξη διαφορετική
μία μικρή έκρηξη τρυφερότητας.
Τώρα που οι λέξεις έγιναν βάρος
δες! πως άλλαξαν όλα!
κάθε προσπάθεια εγκλωβίζεται
στο ίδιο αμετακίνητο εμπόδιο
«έχω δουλειά».
Τίποτα δεν μοιάζει με το χτες,
το σήμερα έτοιμο να κλάψει
κατειλημμένο από σιωπή.
Η σκέψη μου ακίνητη
ανακυκλώνεται μέσα μου,
δεν μπορεί να με οδηγήσει πουθενά
και ούτε να ονειρευτεί.
Αυτά τα χέρια που σε χάϊδεψαν,
που σε περπάτησαν κάποτε
σε δρόμους ψυχής,
κάτι σαν φαντάσματα.
Είμαι μιά θλίψη
που σ αγαπάει ακόμα.

Να θυμάσαι

Κλείνω τα μάτια
σε μία απρόσμενη εγκατάλειψη,
τα ανοίγω πάλι, βλέπω τα ίδια.
Ταξιδεύω σε ωκεανούς
από μοναξιά και νύχτα,
χωρίς όνειρα,
μουντή η ελπίδα να σε ξαναβρώ.
Λέξη από το στόμα σου δεν λες,
βουβές οι στιγμές, εφιαλτικές,
μακρυά πάει ο δρόμος
πολύ μακρυά, δεν αρκεί.
Αναπότρεπτο πεπρωμένο,
εσύ ακολουθείς το οπουδήποτε
και εγώ δεν έχω προορισμό.
Θρυμματίζεις τη σιωπή σου
σε σύντομα σημειώματα,
δεν υπάρχεις,
η αγάπη πεθαίνει εντελώς μόνη
σε ανεπιτήδευτες λύπες.
Σε νίκησε ο φόβος
η κορεσμένη επιθυμία
ενός εγκαταλειμμένου πόθου.
Μακρυά από τον εαυτό μου
στο μηδέν της ύπαρξης
στο μεταίχμιο της φυγής
το σώμα έιναι έτοιμο
να πυρπολήσει την ψυχή μου.

Και ύστερα τίποτα

Μια μέρα θα ανοίξω την πόρτα
και θα ‘ρθω να σε βρω
θα ‘ναι τα χέρια μου άδεια,
μα θα σου φέρω ένα χαμόγελο
όσο μπορώ πιο όμορφο,
στερνό πριν απ΄ το τέλος.
Εσύ που ξέρεις πως σ΄ αγάπησα
τις δύσκολες και αλλόκοτες στιγμές,
με περισσή φροντίδα να το φυλάξεις.
Τα βήματα μου θα ηχήσουν
για τελευταία ίσως φορά,
και θα κοιτώ στον ουρανό
τον καρφωμένο ήλιο μου
που θα σωριαστεί στη δύση.
Τα μάτια δεν θα δακρύσουν,
θα έχω καλή διάθεση,
μη κάνω λάθος, προπαντός καλή,
καθόλου μελαγχολική.
Θα ακουμπήσω την καρδιά μου
υπομονετικά στα χέρια σου
και με διεσταλμένες αισθήσεις
θα σε αποχαιρετήσω.
Υστερα τίποτα
μοιάζει με ψέμα
δεν θα έλθω ξανά ποτέ,
θα βγω στο δρόμο για τη λήθη,
αντίκρυ θα ‘ναι η θάλασσα γαλήνια,
γύρω στο χώμα κίτρινα αγκάθια
και κάπου ήσυχα
το πέτρινο χαμόγελο
το φυλαγμένο.

Ξέχασα να πω

Η θέα του κόσμου
με το χρωστήρα της φαντασίας
αλλάζει όψη.
Η ανάγκη του διαφορετικού,
γοητεύει κάθε φορά.
Η απαλοιφή
συνειδητή επιλογή ωραιοποίησης.
Ο ήχος των χρωμάτων απλώνεται
και σκεπάζει την ευτέλεια μας.
Λόγια επίπλαστα
με τα χείλη να τρέμουν
και αγωνιώδη ανασφάλεια
να κυριαρχεί γύρω.
Ιδανικός επαίτης δύσκολων καιρών
οριστικά χαμένων
έτσι για να τους θυμόμαστε.
Κίβδηλη αναγκαιότητα
μοιραία, μας βαραίνει
που δεν λέει να τελειώσει.
Ξέχασα να πω
πως η ζωή κυλούσε ηδονικά
σε μία αρυτίδωτη σχισμή
κατ’ εξακολούθηση.
Ας φανερωθούμε απόψε,
όταν οι άλλοι θα κρύβουν
την βαθιά τους μελαγχολία.

Αθώα μάτια

Σε άπονες ημέρες
ίχνη αμυδρά με πηγαίνουν,
ό,τι απόμεινε εκεί
δεν θέλω να θυμάμαι.
Τίποτα δικό σου κι εδώ
η αφή δειλή και ξένη,
δεν μπορώ το άγγιγμα της.
Σχέδια περιβάλλονται
από μία ακαθόριστη λύπη,
καταδικασμένα να αποτύχουν.
Μιά παράξενη λαχτάρα
προβάλει με σημασία
ανεκπλήρωτες επιθυμίες,
υπόσχεσεις για κάτι διαφορετικό.
Η ελπίδα κι αν έσβησε
σαν ίσκιος στέκει εδώ,
σε ένα κόσμο μυστικό
που περιμένει ακόμα,
δεν ήλθε κανείς
απουσία αισθήσεων.
Από τα βάθη της ψυχής
βλέπω αθώα μάτια,
χωρίς πρόσωπο.
Σωπαίνεις επίμονα
μέσα μου απλώνεται
μελαγχολική γαλήνη.
Γύρω μου ένα ρίγος,
σαν ρέει το κύμα,
η θάλασσα να φύγω.

Αλλοτινό

Πώς να κρυφτείς;
Καμία κραυγή δεν μπόρεσε.
Ανάλγητη, αδυσώπητη,
ισόβια στιγμή,
τη γλύκα που μου χάρισες
πίσω την πήρες.
Φίλησα το όνειρο
σε άφησα πίσω και σε λησμόνησα,
άνοιξα την αγκαλιά στη ζωή,
δεν ήξερα, τα ‘χασα,
μα τώρα έμαθα
δεν έχει νιάτα η ρυτίδα
μόνο παρελθόν,
ένα παρελθόν που κοιτά σαδιστικά
κάθε πρωί τη μοναξιά μου.
Λυπάμαι για τις μέρες,
τις άτυχες μέρες
που άντεξαν στη φυγή,
το πολλαπλό κάλεσμα
που ασυγχώρητα απέφυγα,
το φίλημα του ανέμου
που εμπόδισα να με ταξιδέψει.
Ερημος και μακρύς ο δρόμος
δεν το ΄χα προσέξει πως άργησα.
Τώρα ο χειμώνας ήσυχος
σώμα από το σώμα μου
βαραίνει επάνω μου
και κάνει κρύο,
μόνο η καρδιά μου καίει.

Μετά τις δώδεκα και ένα

Θέλω να αλλάξω
Κάθε φορά που αρχίζει μέρα
λέω να κάνω καινούργια αρχή,
να ‘χω διάθεση καλή και ελεύθερη,
τόσα χρόνια τι κατάλαβα
όλα να είναι τακτοποιημένα
σαν στρατιωτική παρέλαση.
Ας μου δώσει ρυθμό
μια ανείπωτη καλήμερα,
ένα χαμόγελο,
που κρύβω μέσα μου
χρόνια,
μιά σελίδα φρέσκια να γεμίσω
αλλιώτικη, χωρίς δυσπιστία.
Οχι άλλη άπνοια, ασφυκτιώ,
τίποτα να μη μοιάζει
στην περασμένη μου πεπατημένη ζωή,
να βγω από τον κύκλο φυλακή
που με έκλεισα, έξω στο φως.
Σήμερα όμως... Κυριακή
ακούω τις καμπάνες να το λένε,
απο Δευτέρα λέω να αρχίσω.
όπως κάνουμε όλοι.
Η προσφιλής εκούσια αναβολή
των πάντων... η Δευτέρα.

A contrario

Εμείς περάσαμε από το όχι
έτσι όπως περνάει ένα μεσημέρι,
ήσυχα, απλά.
Περάσαμε και από το ναι
με την ίδια ευκολία
έτσι όπως διαβάζεις μιαν εφημερίδα.
Δεν πειράξαμε τον λόγο,
δεν κλειστήκαμε ανάμεσα τους.
Νομοτελειακή διαδικασία,
καθορίζει κάθε φορά την εξέλιξη
αθέλητων επιλογών.
Η σημασία της αποδοχής
βρίσκεται ακριβώς στην λέξη,
όταν παύει μπρος στα μάτια σου
να εχει την οποιαδήποτε συγκάληψη.
Το ίδιο και η άρνηση
έχει σημασία όταν ανύποπτα
στερείται δικαίωσης,
χωρίς ενδείξεις καχυποψίας.
Η προχειρότητα του απαγορευμένου
εναλλάσεται στο ναι και στο όχι,
καταγράφεται ανάλογα
με τις πιθανότητες του εγώ ή του εσύ.
Είναι θέμα άμιλλας,
κυρίως τοποθέτησης,
μα πάνω απ όλα ευθυκρισίας.

Κοντά σου

Ακριβή μου ύπαρξη,
ηρεμεί η ψυχή, φως η καρδιά,
ανοίγει σαν σπάνιο λουλούδι
κοντά σου.
Ανέπαφη η χαρά, ανυποχώρητη,
γλυκό, ήρεμο τραγούδι.
Ηλιος ζηλευτός
τα χρυσαφένια σου μαλλιά
σταλάζουν ερωτικές ανταύγειες.
στο άπλωμα της μέρας.
Μέθυσαν τα μάτια από ομορφιά,
αιχμαλωτίζω τις στιγμές
εξαίσια υποθήκη
να μη λησμονηθούν.
Δεν είσαι όνειρο,
είσαι η ακούραστη αγάπη,
το άλικο ζεστό φιλί
σε αφίλητο στόμα,
η αστροφεγγιά
σε χειμωνιάτικη νύχτα
που έρχομαι να συναντήσω.
Τα ήσυχα φεγγαρόφωτα βράδυα
την ώρα που πλαγιάζω.
Ωραία, σεμνή σαν ψίθυρος.
Μιά Κυριακή.

Νοέμβρης

Μες την αχλύ του μύθου σου,
αμετακίνητος φόβος.
Περπατάς ωραία σαν άνοιξη,
τα βήματα σου ακολουθώ μυστικά,
δεν υπάρχω, γεννιέμαι.
Σε βρήκα στο μέλλον
σε μία δέσμη από θαλασσόξυλα
να αναζητάς τον έρωτα.
Φύλαγες την αγάπη σαν σπάνιο κάτι,
σε νίκησε η άλλη χαρά,
η έντονη επιθυμία
που προκαλεί η άρνηση.
Δεν υπάρχει λήθη,
όλα κρυφά και μυστικά,
σε ανεξίτηλο χρόνο θυσία.
Νύχτα γλυκιά, ηδονική,
σε φίλησα,
ανυπεράσπιστα μου δόθηκες.

Στην άκρη της ζωής

Ακου τη θάλασσα στην άκρη της ζωής
φωνάζει ρυθμικά το όνομα σου
καθώς χτυπάει στα βράχια γύρω,
θέλω να φύγω, να φύγω.
Χτυπάει στα βράχια
η σκουριασμένη σου ζωή
δυσκολεύουν τα πράγματα,
όσο τα πειράζεις επαναστατούν
σκίζουν αδυσώπητα το μέλλον σου,
σε κλείνουν εδώ με σπασμένα τα κουπιά.
Τι χρώμα έχει η αποδράση;
Τι χρώμα έχει η ελπίδα;
Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
Δεν άλλαξε τίποτα,
λευκό της απόδρασης
πράσινο της ελπίδας,
κόκκινο του έρωτα.
Τι περιμένεις;
έχασες τη μάχη με τα χρώματα
μη καρτεράς άλλο,
μονάχα εκείνο το μαύρο
κέρδισες, το βαθύ το σκοτεινό
το ανεπιθύμητο.

Αναδρομή

Συνάθροιση στοχασμών
έωλες μνήμες, διαβαίνουν.
Γλυκιά η σιωπή της νύχτας,
σαν μακρυνό πρόσωπο μοιάζει
μιας ατάραχης στιγμής
που δεν μπορεί να αποκριθεί.
Είσαι η φλόγα που δεν έσβησες,
που ώρες ώρες σε νοσταλγώ
ζεστή ανάσα, σε θυμάμαι,
πόθος που προκαλεί, ασίγαστος.
Γυμνός σε αγκαλιάζω, με καίς,
χάδια μυστικής συνάντησης
παραδομένα στη φωτιά.
Χάθηκες, δεν σε ξέχασα,
μάταια σου φώναζα μείνε,
δε λύγισες τότε,
μου χάρισες μια λυπημένη ζωή,
ημέρες και νύχτες δακρύων
αφόρητα πικρές.
Συχνά ρωτούσες αν σ’ αγαπούσα.
Και είναι τώρα σαν να μην έχεις φύγει,
μέσα στην ψυχή σου
ακουμπούν οι ενοχές
ανάξια σε φθείρουν.
Ο χρόνος τρέχει, ακολουθώ,
μια χλωμή σε απομακρύνει Ανατολή.
Η μνήμη αρχίζει να παραδίνεται.
Ενας αγέρας διστάζει,
μου ανοίγει τα μάτια,
λυτρώνεται η σκέψη, δεν μεταβάλλεται.
Ησουν εδώ χωρίς αντιστάσεις,
μαζί μου απόψε, στον κάθε μου χτύπο,
στην έρημη νύχτα, παραμιλητό.
Ποιός να το ξέρει
και πώς να στο πεί;
από το κλεισμένο μου στόμα
δεν το ‘μάθες ποτέ.
Ασπρο μαντήλι δένω τον ήλιο,
κάτασπρο
και προχωρώ.

Πλάνο

Ποτέ ξανά δεν θα με δεις
το τέλος πίσω αφήνω,
εδώ μπροστά σου απόψε
να μη φανερωθεί.
Τα δάκρυα αναμένουν
σε μάτια υγρά, σε υγρές κόγχες,
το τελευταίο αντίο.
Εγινε η αγάπη,
σκιά περιπλανώμενη,
χαμένη σε ακριβά σχεδιαστήρια,
σε ανεκπλήρωτα πλάνα.
Αγάπη με πλάνα, αλλοτρίωση,
σαν να μην ξέρεις πως έγινε,
ξέρεις μόνο πως υπάρχει.
Σου έδωσα μια ήρεμη εκδοχή
μιας μετρημένης μοναξιάς.
Ομολόγησες ένα χαλασμένο επειδή,
μονότονο, ατίθασο, αδιάκοπο.
Δεν είναι το φιλί.
Δεν είναι τα μάτια που αγάπησα.
Δεν είναι το λίγο.
Δεν θυμάμαι πια.
Δεν θέλω να θυμάμαι.
Εφυγα με άγρια όψη,
γυμνός από όλα, σε παγωμένο δρόμο,
όταν εσύ κοιμόσουν.
Μια τελευταία ρουφηξιά η ζωή,
που πια δεν με βαραίνει,
χαράματα.

Πλάνο

Ποτέ ξανά δεν θα με δεις
το τέλος πίσω αφήνω,
εδώ μπροστά σου απόψε
να μη φανερωθεί.
Τα δάκρυα αναμένουν
σε μάτια υγρά, σε υγρές κόγχες,
το τελευταίο αντίο.
Εγινε η αγάπη,
σκιά περιπλανώμενη,
χαμένη σε ακριβά σχεδιαστήρια,
σε ανεκπλήρωτα πλάνα.
Αγάπη με πλάνα, αλλοτρίωση,
σαν να μην ξέρεις πως έγινε,
ξέρεις μόνο πως υπάρχει.
Σου έδωσα μια ήρεμη εκδοχή
μιας μετρημένης μοναξιάς.
Ομολόγησες ένα χαλασμένο επειδή,
μονότονο, ατίθασο, αδιάκοπο.
Δεν είναι το φιλί.
Δεν είναι τα μάτια που αγάπησα.
Δεν είναι το λίγο.
Δεν θυμάμαι πια.
Δεν θέλω να θυμάμαι.
Εφυγα με άγρια όψη,
γυμνός από όλα, σε παγωμένο δρόμο,
όταν εσύ κοιμόσουν.
Μια τελευταία ρουφηξιά η ζωή,
που πια δεν με βαραίνει,
χαράματα.

Σκοτεινιά

Κλείσε το φως καθώς θα φεύγεις
αθόρυβα, ξένα.
Γρήγορα τα βήματα σου να είναι
οπως μιας στιγμή.
Θυμάσαι; Μια στιγμή.
Δεν άλλαξα εγώ την καρδιά μου,
που σωπαίνει μέσα μου
και τρεμοσβήνει.
Εσύ θα φεύγεις,
εγώ δεν θα κρύβω λύπες.
Εσύ δεν θα μοιράζεσαι,
εγώ θα στολίζω το ρίγος με χαμόγελο,
θα το στολίσω όπως θέλω εγώ.
Κλείσε τη ζωή μου καθώς θα φεύγεις,
να κυλιστεί σε μιά χίμαιρα
σκοτεινών επιφανειών.
Πάρε μαζί σου ό,τι χάρηκα
από σένα μυστικά, πρωτόγνωρα,
κι ας κλείσουν όλα.
Πίσω από τα βήματα σου
σιωπηλό ηλιοβασίλεμα, ωχρό.
Μη ξεχάσεις την υπόσχεση σου να πάρεις,
«Το τραγούδι μου δεν θα έχει τέλος»

Η συνάντηση

Συνάντηση Χωρολάτρη

Τη μάνα πατρίδα λατρεύεις,
το γαλάζιο ιδιαίτερο ουρανό.
Την γη την καρπερή της ελιάς
και της πορτοκαλιάς.
Στις παρυφές
του περήφανου Πάρνωνα,
στην απέραντη αγκαλιά
του μεγαλόπρεπου Ταΰγετου
γεννήθηκες, ανδρώθηκες.
Λάτρης του χώρου
με το όνομα σου,
τιμάς, ανοίγεις στο φως,
στον ήλιο,
χρυσαφένια παράθυρα
διάπλατα.
Πρόσωπα
γύρω σου αγαπημένα,
σαν λουλούδια ξεχωριστά
το καθένα και όλα μαζί
αντάμα.
Πρόσωπα αναπνοές,
θαρρείς ανατολή
και μεσημέρι,
θαρρείς
όλη σου η ζωή
κι όλος ο κόσμος,
μία αιώνια άνοιξη
04/10/2008

Συνάντηση Νεφεληγερέτη

Και μέσα στην αιώνια άνοιξη που λες,
απλά φανήκαν ένα βράδυ
της γαλήνης σου τα μάτια.
Ανέγγιχτος απ΄της ζωής τις μοιρασιές,
πρόσχαρος σαν ευφάνταστος
πιανίστας του συνόλου,
περπατητής της ομορφιάς
κι όλων των γύρω δρόμων
με την μονάκριβή σου να γελά
πάνω σου σαν την έχεις.
Ανείδωτες πατρίδες μακρινές
στης προσφυγιάς τα μέρη,
κουβάλησαν την αρχοντιά
σε βρήκαν και στην δώσαν
κι έτσι κινείσαι απ΄την καρδιά
πίνεις της έκφρασης πιοτά
λόγια του νου αχτένιστα
με τέχνη σαν μας φέρνεις.
04/10/2008

Αφή και φως

Ακου τη φωνή
που μέσα σου δεν έχει ακόμα
καταλαγιάσει.
Είναι η σίγουρη φωνή
που πιο πολύ λαχταράς
και από την ίδια τη ζωή.
Ζωή λεηλατημένη, πρόστυχη,
περιπλανώμενο μπουλούκι ξαφνικό
ηρωικών προσπαθειών,
σαν τα μάτια τα αγαπημένα
που δεν κοίταξες βαθειά
και σε πρόφτασε
η στερνή ώρα του χωρισμού.
Ακούμπησε στο περβάζι
της θύμησης, τίποτα.
Μέρες που δεν σταμάτησαν,
ανύπαρκτες στη μνήμη
χωρίς την αφή τους μέσα σου,
πώς λησμονήθηκαν!
Η ανάσα της ζωής σου
λίγη ως εδώ, δεν χάρηκες,
σαν την αγάπη που έμαθες
και έγινε συνήθεια.
Κράτησε το φιλί σου ανέπαφο
για ότι ακόμα δεν αγάπησες
η υπόλοιπη ζωή δεν είναι ξένη,
είναι αταξίδευτη, δική σου.
Ακου τη φωνή που δεν τόλμησες,
κανείς δεν γεννήθηκε από στάχτη.
Ανοιξε τις γρίλιες στο φως.

Η αγάπη ακόμα

Κοιτάζεις το ρολόϊ σου.
Η ματιά σου εκτινάσσεται
στο άπειρο αναζητώντας.
Η σκέψη σου προχωράει
από σκιά σε σκιά
να ενωθεί με το τώρα.
Υστερα η άφιξη,
η υποδοχή,
ο ασπασμός.
Τα μάτια σου
γαλάζια θάλασσα,
αμετάβλητα.
Το χαμόγελο σου γνώριμο
πάντα μελαγχολικό.
Συνηθίζα
την απουσία σου,
συνήθιζα
να υπάρχω σε μια διαίσθηση,
όταν οι σκέψεις επαναστατούσαν
ή πέθαιναν.
Η απόσταση αποσυνθέτει
τους δεσμούς, τις επιθυμίες,
πληθαίνει την ησυχία.
Ετούτη η χαρά
ήταν κάποτε εδώ,
δική μας,
έμεινε πίσω, μακρυά
αφαιρέθηκε από τα πρόσωπα μας.
Ο άνεμος μοιρολογεί
με γλώσσα μυστική,
μια βαριά σιωπή επικρατεί.
Η νύχτα ψιθυρίζει
πως,
η αγάπη είναι ένα αστέρι
που χρειάζεται ουρανό.
Αλήθεια πως
στένεψε ο κόσμος,
πού κάποτε αγαπήσαμε!
Η θλίψη πως άφησε
τα σκοτεινά της χρώματα!
Μία πανδαισία λύπης
μας βαραίνει
πάνω από τη μνήμη
και ύστερα τίποτα.

Θυμάμαι

Τις άγρυπνες νύχτες μου
γινόμουν φως απαλό
και έφεγγα τα σκοτάδια σου.
Γλυκό νανούρισμα και προσευχή
στο προσκεφάλι σου,
γλαρώναν τα ματάκια σου
γαλήνευαν, κοιμόσουν.
Εσμιγες με τα όνειρα
στους ανθισμένους κήπους
των παραμυθιών.
Γινόσουν φως,
ένα κομμάτι φως της αυγής
που ξυπνούσες τον ήλιο.
Τα δυό μικρά σου χέρια
τρυφερά λουλουδάκια
κρίνα λευκά ευωδιαστά
έσταζαν στην ψυχή μου
το βελούδινο άρωμα τους.
Και τότε η καρδιά μου
γινόταν αγέρι και ταξίδευε
μέσα στα σύννεφα
σε απέραντους τόπους.
Και τότε τα μάτια μου
γίνονταν ουράνιο τοξο
να κρεμάσει ο ήλιος
τις γελαστές ακτίνες του.
Μεγάλωσες καρδούλα μου,
κάτι από την γαλήνη
που σου χάρισα,
κάτι απ’ την ευτυχία
που μου χάρισες
δεν χάθηκε, έχει μείνει.

Ερωτας

Δεν μιλάς
μέσα στο φως αιώνια ταξιδεύεις
άγρυπνα, καταλυτικά,
δεν έχεις σύνορα.
Δεν αφήνεις ίχνη
είσαι παντού,
από την αγάπη πιο δυνατός
μια σπίθα μέσα στο βλέμμα,
ένας δυνατός σφυγμός
ατελείωτου πόθου.
Δεν ακούς
μέσα σε κρυμμένους ρυθμούς
τα βήματα της σιωπής σου
προδίδουν την παρουσία σου.
Ζωγραφίζεις χαμόγελα
μυστικά, ένοχα,
σε αθώα πρόσωπα.
Τραγουδάς
ακούω το τραγούδι σου,
το τραγούδι του σύμπαντος
και των άστρων.
Με τα μάτια ανοικτά
στο ατέλειωτο ταξίδι
σε ακολουθώ.
Απλώνω το χέρι
μια ανοιχτή παλάμη,
ανυπόμονα, διψασμένα.
Ποτέ δεν σ αρνήθηκα,
κράτησε με, πάμε.

Πλήξη

Ολα ήσυχα και ήρεμα,
ένας κύκλος αδιέξοδος
με κέντρο την πλήξη
και ακτίνα την σιωπή.
Περιστρέφομαι
με ευλαβική ακρίβεια
χωρίς την πιθανότητα
παρέκκλισης.
Είσαι και συ εδώ,
είμαστε μαζί,
στον ίδιο κύκλο
ένας θίασος περαστικός,
εγκλωβισμένος,
χωρίς κομπάρσους
μονάχα εμείς, οι πρωταγωνιστές
σέ μόνιμα ίδιο σκηνικό, σε ίδια μοίρα.
Ο καθένας μας
φροντίζει την μοναξιά του,
το στόμα κλειστό, δεν μιλάμε.
Οδυνηρή η συνήθεια,
που έχει το σχήμα της αντοχής,
το φτηνό, το υποταγμένο.
Πλήγη οι γνώριμες
και αθόρυβες θύελλες,
η κατηφόρα.
Δύσκολο πράγμα
τα μάτια που δε κοιτούν πουθενά,
που έχουν ξεχάσει.
Είναι μεγάλη η νύχτα,
μεγάλη σκοτεινή και κρύα,
μη καρτεράς.

Ενσταντανέ, που κάποτε...

Δεν μπορώ την απουσία σου,
μετράω ξαναμετράω,
δώδεκα.
Υστερα αφήνεις,
ένα μυστήριο να έρχεται,
παραμένεις πίσω,
σιωπηλή, απόμακρη.
Το πρόσωπο σου κρύβει
αναπότρεπτα, λίγο λοξά,
τη θέα της ψυχής σου.
Μεγάλη σκιά, ανάξια,
μια γωνίτσα ανθρώπινη,
ακόμα κατάφωτη,
ευκολύνει την κατάσταση.
Μιλάς, δεν ακούς,
δεν αποκρίνεσαι,
η μακροχρόνια ισορροπία
οδεύει σε ένα λεπτό σκοινί.
Ανάμεσα στο πρόσωπο σου
και στις αγρύπνιες μου
ανασαίνουν βαριά,
ακροβατούν οι νύχτες.
Με αόρατα χέρια, ολομόναχα,
μαζεύω την αίσθηση
εμφαίνουσας απουσίας.
Ενα ολόμαυρο πουλί
κρατάει κάτι δικό μας.
Είναι η αγάπη μας.

Πάρε με από εδώ

Από τον κόσμο μόνη, δεν μπόρεσες,
περίμενες μέρες ολόκληρες,
λησμόνησες.
Μια φωνή παρακαλάει
πάρε με από εδώ.
Υστερα χιλιάδες υποσχέσεις
παρήγορες, προσμένουν.
Δεν τρομάζουν πια οι λέξεις
στο στόχαστρο του βιασμού σου.
Τρυφερές αναβολές
χωρίς ανταπόκριση
παρακάμπτουν την μνήμη.
Μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι
τα βήματα να πλησιάζουν.
Μπορείς ακόμα να ελπίζεις
σε μισοσβησμένα όνειρα.
Δεν ωφελεί να συντηρείς
την πιθανότητα προσέγγισης,
απέναντι στην υπερβολή σου
έχει υψωθεί
ένα φράγμα σιωπής.
Δεν νοσταλγώ, δεν θυμάμαι,
κοιτάζω τον ουρανό
χωρίς σκοπό
και ταξιδεύω.

Δυό μάτια

Κοιτούσε συνέχεια
στο αριστερό του χέρι.
Εκεί που κανονικά
θα έπρεπε να υπήρχε το ρολόι του,
που κάποτε δεν έφτανε ο χρόνος.
Πάλι είχε αργήσει,
δεν το υποψιαζόταν,
ήταν σίγουρος.
Εξω δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος.
Το ίδιο και μέσα.
Αγωνιούσε,
μια αγωνία παράξενη, βουβή.
Διάχυτες, σταγόνες ιδρώτα
σε όλο του το πρόσωπο.
Η φωτογραφία της παλιά,
τον κόιταζε επίμονα.
Ενα χαμόγελο αλλοτινό,
ήσυχο, θλιμένο,
σαν ήλιος χειμωνιάτικος,
ήξερε.
Και εκείνος ήξερε,
πως θα αργούσε,
ίσως και να μην ερχόταν.
Ολος ο κόσμος του
δυό κυπαρισσένια μάτια,
ακίνητα, ξεθωριασμένα.
Πέρασαν δυό χρόνια,
δυό αιώνες, δυό στιγμές.
Δυό μάτια
σε κορνίζα λευκή,
από ατόφιο πεντελικό μάρμαρο.

Αλαζονεία

Κάτω από την αλαζονεία σου
διαγράφονται οι ρωγμές σου.
Η ανατομία της ψυχής
σκοτεινή, δύσκολη υπόθεση.
Εθελοτυφλείς,
υπομένεις αμετάβλητες καταστάσεις,
που εποπτεύουν την ακινησία σου.
Αυτονόητη η άρνηση,
όταν αποφασίζουν οι άλλοι.
Τα χέρια άγνωστα, ξένα,
ξένα και τα φιλιά
λαθρεπιβάτες χωρίς αποσκευές,
σε λάθος πλοίο.
Σε τοίχο συμπαγή,
χωρίς ανοίγματα,
κλεισμένος, φυλακισμένος
από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Το κλειδί λησμονημένο
στο νοητό περβάζι της φυλακής σου.
Ο γαλανός ουρανός,
ο τόσο ταπεινός
είναι το όριο που ποτέ
δεν θα αγγίξεις.
Η αλαζονεία σου
είναι εκείνος ο τοίχος,
ο συμπαγής της μοναξιάς σου.

Σε ακολουθώ

Σε ακολουθώ με φόβο.
Χάνομαι στα μοιραία λάθη σου,
στην ολοένα εντεινόμενη
ανεπάρκεια σου.
Τα ίχνη που οδηγούν
σε προοπτική αναγέννησης
με οδηγούν, επισπεύδω.
Σε έναν σκοτεινό κύκλο
με αμυδρό φως,
η πιθανότητα να σε συναντήσω
αμφίβολη.
Το απλό είναι το δύσκολο.
Η σιωπή,
όταν δεν πρέπει να μιλάς.
Ο λόγος,
όταν δεν πρέπει να σωπαίνεις.
Δεν μπορεί να είναι αλλιώς,
η σοφία
είναι η αίγλη της αγιοσύνης,
μία κυρίαρχη διαδικασία
που χρειάζεται χρόνο,
για να μετουσιωθεί.
Γυρίζω στην ανατολή σου,
στο μηδέν και στο άπειρο
αιωρούμενος, χαμένος.
Φοβάμαι.

Κύμβαλον αλαλάζον*

Απεχθάνομαι
τα βαριά πεπόνια,
δύσπεπτα και ομοιοκατάληκτα
βλάπτουν μετά βεβαιότητος.
Απελθέτω
ανθρώπους δήθεν,
ερωτικά κύμβαλα αλαλάζοντα,
θεαματικούς φανφαρόνους,
κομπορρήμονες της αγάπης.
Υψωσε τα χέρια σου μόνο,
άφησε ήσυχο το ανάστημα σου,
χαμήλωσε το βλέμμα
γήινε επιλήσμονα,
χους ην και εις χουν απελεύσεις.
Κλίμα υπεροψίας δυσπροσάρμοστο,
αναγωγή στο μηδέν.
Eίσαι ο εαυτός σου;
Και εκείνο το ανάποδο;
Επίδειξη υπεροχής, χα!
Αγάπα τον ανώτερο,
αγκάλιασε τον ίσο,
παραδέξου τον από κάτω.
Ενδεχομένως,
μη γέγονας χαλκός ηχών.


*Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και
των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα
χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον
(Α' Προς Κορινθίους Κεφ. ΙΓ')

Πένυ

Λάμπει η απουσία σου
έγινε αισθητή, σε αποκάλυψε.
Ολοι ήταν εδώ,
φωνές από παντού
αδηφάγες, αιχμηρές,
τρυπούσαν το κρανίο.
Η ιστορία τελείωνε χωρίς ίχνη,
χωρίς επίδραση,
με συνοπτκές διαδικασίες.
Οι τρείς άνθρωποι πέρασαν
αμίλητοι,
χάθηκαν στο βάθος.
Υστερα σιωπή
κανείς δεν είπε κάτι.
Η στίβα με τα έγγραφα
δεν ενδιέφερε πια κανένα,
κοκκολόι μαζεμένο ένα-ένα
με ιδιαίτερη προσοχή,
θα μετακόμιζε
σε κάδους ανακύκλωσης.
Εκανε κρύο.
Σε είδα να περπατάς χαμένη,
με τα χέρια δεμένα,
κατακίτρινη.
Ενα μακρύ κομμάτι ενοχής
είχε αρχίσει να απλώνεται
φως στις σκιές.
Μια εκδικητική γαλήνη
είχε απλωθεί στον ημιόροφο.
Το ζεϊμπέκικο της Κατίνας
είχε λάθος βήματα.
Ενοχη, χρόνια επτά.

Πευκί

Μοσχοβολά το πεύκο
και η θάλασσα.
Παρατεταγμένα στο μώλο
λευκά,
ξαποσταίνουν τα καΐκια.
Τριγύρω οι γλάροι καραδοκούν
σε ένα τριανταφυλλί απόγευμα.
Πλησιάζει η ώρα της αναχώρησης,
οι Αιγύπτιοι ναύτες
με την μυρωδιά του ψαριού
και της αλμύρας στο πετσί τους
πανέτοιμοι
περιμένουν τον καπετάνιο.
Ο ήλιος της δύσης, το σύνθημα.
Στην ψαρόσκαλα
με τα αμυδρά φώτα
και τις φωνές των εμπόρων
θα ξεκινήσει πάλι
η επόμενη μέρα.
Ο ουρανός
δεμένος σε εκείνο τον κάβο
ένα μικρό γαλάζιο στόμα
έτοιμο να σε φιλήσει.
Η προκυμαία βρέχει
τα γυμνά της πόδια
στό διάφανο ακρογιάλι.
Ολα είναι έτοιμα
στη βοή των χρωμάτων,
στάσου
δωσ’ μου το χέρι σου.

Ενστικο

Είχε πολύ σιωπή η νύχτα.
Περίμενε.
Ετσι γινόταν κάθε φορά,
μόνο που τώρα ήταν μακρυά,
ανεξήγητα και απρόσμενα.
Ηθελε να δει το βλέμμα της
να παραμονεύει
πίσω από τα βλέφαρα,
να αποκαλύπτει τις στιγμές,
να ερμηνεύει με δεινότητα,
χωρίς να ομολογεί τίποτα.
Βιαστικά ως συνήθως
συμπεράσματα,
εμφύλια διαμάχη με τον εαυτό του.
Ενα ανθισμένο τοπίο αμφισβητήσεων,
γύρω και εντός του.
Υστερα το αδιέξοδο.
Ηταν έμμονη ιδέα;
Το τέλος που ερχόταν;
Δεν άλλαξε κάτι,
κυλούσε η νύχτα
ήσυχη, γαλήνια,
στην ψυχή του τρικυμία.
Μια αγάπη σκούριαζε
αρχή φθινοπώρου.

Ομορφη μέρα

Σε γαλάζια θάλασσα
ταξιδεύει ο έρωτας
στην παλάμη σου.
Η σκιά σου δροσίζει
σαν άσπρο σύννεφο
τα μεσημέρια.
Ακόμα μία μέρα
ρέει ήσυχα
στα μάτια σου,
γλυκιά η σιωπή της.
Βάλσαμο η πνοή του αέρα
μετριάζει τον πόθο.
Τα χείλη σου υγρά, ηδονικά,
με διαπέρασε βιαστικά
ένα ρίγος.
Ελα να δείς,
εκείνο το γαρύφαλλο,
μου είπε καλημέρα.

Ενας χρόνος

Εκλεισα την πόρτα στο μπαλκόνι,
το άλμπουμ με τις φωτογραφίες μας
στο μικρό τραπέζι σκονισμένο,
έχω να το δω από τότε.
Σ αυτήν χαμογελάς,
σε μία άλλη στο Σούνιο
σου κρατώ το χέρι,
εδώ είμαστε στο πανηγύρι
στον προφήτη Ηλία,
στα πόδια μας όλη η Αθήνα,
στη μέση εμείς.
Πέρασε ακριβώς ένας χρόνος.
Γέμισα με ποτό το ποτήρι
έβαλα λίγο και για σένα,
δεν έπινες, το έβαλα έτσι
σαν να είσαι εδώ.
Ενας χρόνος ακριβώς,
πού νά ‘σαι άραγε απόψε;
Κοιτάζω γύρω
ανιχνεύω τα σημάδια σου,
σε βρίσκω παντού.
Θυμάμαι
σαν να ‘ταν τώρα
το τελευταίο φιλί σου,
το τελευταίο αντίο.
Οπου κοιτάζω
βλέπω κάτι δικό σου,
όλα είναι γεμάτα από σένα.
Η γωνιά δίπλα στη σκάλα
που σου άρεσε,
εκεί κοντά στο παράθυρο,
μόνο αυτή είναι άδεια.
Σκοτεινιάζει,
η νύχτα σε παίρνει
με αθόρυβη αγκαλιά
σε άλλη διάσταση.
Δεν έπρεπε να σε θυμηθώ,
δεν έπρεπε.
Ξεχάστηκα πολύ
με τις φωτογραφίες,
πήγα στην πόρτα
την άνοιξα να μπεί λίγος αέρας.
Μπήκε πάλι η νύχτα,
η αγκαλιά της ήταν άδεια.

Το ψέμα

Τα παιδιά στην αλάνα
μαζεύουν πέτρες
τις πετάνε στα τζάμια,
ο πρωΐνός αέρας
μπαίνει από τα ανοίγματα
φτάνει στο πρόσωπο μου κομμάτια,
δεν με δροσίζει.
Είμαι κλεισμένος μέσα
τρελός από μοναξιά,
δεν θέλω να σε δώ.
Εξω από την πόρτα
στην ασβεστωμένη αυλή
σεργιανάει το καλοκαίρι.
Το μεσημέρι
σε είδα τυχαία στη θάλασσα,
έγραφες στην αμμουδιά
σ’ αγαπώ.
Ενα κύμα που πέρασε
στάθηκε για λίγο
και ύστερα το πήρε μαζί του.
Mες την αλμύρα και την υποκρισία
χαμένο από τον ίδιο του τον εαυτό
ταξιδεύει στα πέλαγα.
Εκείνος ο γλάρος
δεν θα μάθει ποτέ
τι κουβαλάει το κύμα,
εσύ ξέρεις
δεν θα σου το πω.
Η ζωή είναι όμορφη
και χωρίς το ψέμα σου,

Χάνεσαι

Χάνεσαι,
κάθε φορά πιστεύω
πως έχεις εξαφανιστεί,
μια ζωηρή επιθυμία
αναβάλλει με διαψεύσεις
το τέλος.
Aπρόβλεπτη τακτική,
μυστηριώδης.
Σε ακατανόητο παρασκήνιο
δέσμες χρωμάτων
αμβλύνουν την εικόνα σου.
Παράξενη πολιορκία συναισθημάτων,
απρόσκλητη η πίκρα
ντυμένη στα γκρίζα,
έρχεται κάθε απόγευμα
κάθεται σταυροπόδι
ώρες ατέλειωτες,
όπως τότε στις παλιές γειτονιές
και μασουλάει τα σποράκια
μιας παραπαίουσας υπομονής.
Η εγκατάλειψη
δεν βρίσκει πέρασμα,
στέκει ασάλευτη
δακρύζει επίμονα τα μάτια,
τα ίδια μάτια
που κάποτε τα λάτρεψες
και σε λάτρεψαν.
Το υπόλοιπο σώμα
έχει παραδοθεί.
Οχι δεν κλαίω,
εχω ανοίξει το παράθυρο,
η απουσία είναι απ‘ εξω
και με κοιτάζει.

Ενα αντίο πριν

Χαρά.
Σε μάτια που λάμπουν
η χαρά κρυμμένη επιμελώς,
αιωρείται
ανάμεσα στο πρόσωπο σου
και στην ανυπομονησία.
Η αγάπη κοιτάζει
μέσα από κλειστά βλέφαρα,
αλλά εμείς ξέρουμε
πως είναι για μας.
Η χαρά κρυβόταν.
Λύπη.
Σε σκοτεινό βλέμμα
η λύπη φανερή αμελώς,
εγκατεστημένη
ανάμεσα στο πρόσωπο μου
και στην σκοπιμότητα.
Η αγάπη ακούει
τον παράξενο θόρυβο
της απομάκρυνσης,
ξέρουμε
πως είναι για μας.
Η λύπη δεν κρύβεται.
Αδιαφορία.
ο αποκηρυγμένος λόγος
μιας πικρής πραγματικότητας.
Πόνος που ανεβαίνει κατακόρυφα
σαν καπνός ελλείψει ανέμου.
Η επανάληψη του ψέμματος
χωρίς λόγο.
Η αδιαφορία ετοιμάζει.
το αντίο πριν το τέλος.
Εξω η νύχτα κλαίει.

Δυό ποτήρια

Καθόταν ολομόναχος,
έβαλε δυο ποτήρια στο τραπέζι
ένα για εκείνον
και ένα για την θύμηση του.
Είχε φυλάξει με φροντίδα
εκείνο το παλιό κρασί,
ήπιε πρώτα λίγο από το δικό του,
ύστερα το άλλο
της θύμησης
μέχρι την τελευταία στάλα.
Hθελε να μη μείνει τίποτα,
βιαζόταν πολύ
να την εξαφανίσει,
δεν έβρισκε υπομονή.
Υστερα τα πέταξε
στα βράχια της λήθης,
στην πιο σκοτεινή θάλασσα.
Η θύμηση πνίγηκε,
μαζί της αντικρυστά
και ο μισός εαυτός του.
Στόμα ερμητικά κλειστό,
πικρό τέλος μιας αγάπης
χωρίς αντιστάσεις.
Δεν μάθαμε
αν γλύτωσε ο άλλος μισός.
Εκείνη η πόρτα
δεν ξανάνοιξε ποτέ.

Γιορτή

Το φως χαμηλώνει,
φεύγει η μέρα.
σβήνει ο ήλιος, σκοτεινιάζει.
Τα χρώματα της δύσης
που αγαπούσες.
Μια ήσυχη νύχτα,
ένα φεγγάρι καλοκαιρινό,
μια ξεχασμένη γιορτή.
Απόψε σε θυμήθηκα.
κοιτάζω εδώ ότι άφησες,
κάποια λίγα πράγματα σου.
Τη φωτογραφία σου
την κιτρίνισε ο χρόνος.
Μπορώ να βλέπω
αυτά που κάποτε
ακροβατούσαν στις αισθήσεις.
Δεν το ‘θελα ποτέ,
αλλά μπορώ πια να σε θυμάμαι
χωρίς να πονάω.
Βγάινω στην αυλή,
μυρίζει αγιόκλημα και βασιλικό,
έκοψα ένα τριαντάφυλλο
κάποιο νυχτοπούλι πέρασε
του το έδωσα,
θα κοιμάσαι,
σου στέλνω ευχές.

Αγάπες στενάχωρες

Θα σου μιλήσω
για εκείνες τις αγάπες τις στενάχωρες,
για εκείνα τα όνειρα,
που ντύνονται
με τα μαβιά χρώματα της δύσης
και προσεγγίζουν το τέλος.
Μη προσπαθείς,
μη πιστεύεις σε θαύματα
μόνο προσπέρνα
και να θυμάσαι πως δεν φταίς.
Θα σου μιλήσω
για εκείνες τις ελπίδες τις παραδομένες,
που χάνονται
σε θάλασσες βαθειές
ανυπότακτων σκέψεων.
Η πραγματικότητα είναι
εκείνο το στενόμακρο
τετελεσμένο,
που δεν θέλεις να δεχτείς
λίγο πριν πέσει η αυλαία.
Εκείνο το βαρύ τίποτα
όταν βραδυάζει,
που σηκώνει το πόδι
και σε συνθλίβει
και θέλεις να κλάψεις.

Στη γέφυρα

Μη φύγεις απόψε
μείνε στην κάμαρα μου,
φόρεσε τη νύχτα στο κορμί σου,
άκουσε το τραγούδι του γρύλου
και αποκοιμήσου.
Θα σε ξυπνήσει την αυγή
ο αυγερινός με ένα φιλί
στα άλικα χείλη σου.
Το φεγγάρι
θα φωτίζει τη νύχτα
που φόρεσες
και εκείνο το άστρο
που τώρα μου γελάει
θα στείλω,
να αγγίξει το γυμνό σου χέρι.
Ασε στην πόρτα τα κλειδιά
και μη φοβάσαι,
θα σε φυλάω όλη τη νύχτα
δεν θα κοιμηθώ,
Στη γέφυρα απόψε,
ίσια πορεία,βάρδια.
Εχω ακόμα λίγους μήνες
σιμώνει ο καιρός
φιλί μου αλαργινό,
σε πεθύμησα.

Γκράφιτι

Γίναν τα μάτια θάλασσα
και πνίγηκε το ψέμα.
*
Ο σκοτεινός ο ουρανός
δεν κρύβεται απ τον ήλιο.
*
Αν είν’ ο κόσμος σου νησί
τα χέρια μου καράβι.
*
Ζήσε το καλοκαίρι σου
γιατί έρχεται χειμώνας.
*
Μικρός βοριάς η ανάσα σου
η αγάπη μας κρυώνει.
*
Το λόγια που ‘πες με θυμό
ντροπή θα σου γυρίσουν.
*
Οταν αδειάσει ο ποταμός
χορεύουνε τα φίδια.
*
Κοίταξε μετά απ’ τη βροχή
ουράνιο τόξο βγαίνει.
*
Κάνε τον έρωτα φωτιά
να κάψει την συνήθεια.
*
Αν δεν ξυπνήσεις την αυγή
το σπίτι θα πεινάσει.
*
Ο χρόνος σου δεν σταματά
τρέξε να τον προλάβεις.
*
Δώσε το χέρι στη ζωή
και χόρεψε μαζί της.
*
Ο δρόμος που δεν έχει φως
δεν έχει και διαβάτες.
*
Κλείσε τα αυτιά σου όταν ακούς
μεγάλες υποσχέσεις.
*
Βγάλε τραπέζι στη σκιά
και κέρασε τον ήλιο.
*
Μη φύγεις και μου ξεχαστείς
σαράκι είναι ο πόνος.

Της αδικίας το ψωμί
είναι πικρό στο στόμα.
*
Δεν έμαθα δεν ρώτησα
και χάθηκα στο δρόμο.
*
Οταν ποτίσεις την ελιά
διπλό καρπό θα κάνει.
*
Στα μάτια σου ο έρωτας
λάμπει σαν το φεγγάρι.
*
Ανοιξε το μπαλκόνι σου
να ‘ρθουν τα χελιδόνια.
*

Δεν πρόλαβα

Γυρίζω στα περασμένα
αφαιρώ τις μέρες από πάνω μου,
αφαιρώ τα πεθαμένα χρόνια
και γυρίζω πίσω.
Μακρυά
από την ισόβια φυλακή σου,
μακρυά
από την μνήμη που παραμονέυει,
μόνος
με αθώο βλέμμα
και λευκό παρελθόν.
Κάθομαι αντίκρυ στη θάλασσα
δέχομαι την ανάσα της
και σχεδιάζω ταξίδια,
ανοίγω την ψυχή μου στο μέλλον,
επιθυμώ,
ονειρεύομαι,
όταν νυχτώνει
βλέπω ουρανούς
γεμάτους διάχυτα αστέρια
στην ελευθερία του σύμπαντος.
Εκείνο που ξέφυγε
από την απέραντη αγκαλιά του
δεν το πρόλαβα
Ηταν το δικό μου τυχερό άστρο,
έπεσε, δεν πρόλαβα,
η ευχή έμεινε στη μέση,
έσβησε μες τη νύχτα
καιόμενο σώμα.
Αν ήξερα
θα ‘ταν αλλιώς
και εσύ και η μαύρη μοίρα μου.
Λάχεση της συμφοράς
το λουλούδι σου δεν είχε χρώμα
και η ζωή είναι όμορφη.

Το χαμόγελο

Αν ο ήλιος είναι χαρούμενος
και ζεστός το χειμώνα,
είναι γιατί του χαμογέλασες.

Εκείνο το καράβι στην τρικυμία
δεν φοβάται που ταξιδέυει,
το ακολουθεί
ένας χαμογελαστός γλάρος.

Δυο μέλισσες χόρευαν
γύρω από ένα λουλούδι,
χαμογελούσαν ευτυχισμένες.

Είχα σκύψει στο πηγάδι,
στην επιφάνεια του νερού
χαμογελούσε ο ουρανός.

Είναι ντάλα καλοκαίρι,
έχει δροσιά στην αυλή
χαμογελούν οι γείτονες.

Οταν η ζωή σε σπρώχνει
στην τελευταία άκρη,
φτιάξε χαμογελαστό γκρεμό.

Αν είναι ο κόσμος πικρός,
χάρισε του ενα γλυκό χαμόγελο.

Δεν μπορεί παρά να είσαι
η αγαπημένη μου,
γνώρισα το χαμόγελο σου.

Ενας ουρανός

Με κοίταγες
με τα μεγάλα σου μάτια,
δυό παράθυρα ανοιγμένα
σε θάλασσες,
δεν είχα προσέξει,
πόσο γαλανά ήταν.
Νύχτωσε,
ο ουρανός είχε γεμίσει
με χιλιάδες αστέρια.
Τότε δεν ήξερα τι είναι ουρανός,
κάποιος είχε πει
πως για να προσδιορίσω το σχήμα του
έπρεπε να γεμίσουν τα χέρια μου
με μικρούς ήλιους.
Ξημέρωσε,
με κοίταγες
με τα μεγάλα σου μάτια
δεν έβλεπα τίποτα,
μόνο τα χέρια μου
ήταν γεμάτα ήλιους.
Μόλις είχα γνωρίσει
τον ουρανό.
Τι όμορφη που ‘ναι η αγάπη.

Ε/Γ Κυριακή

Εκοψα ένα τριαντάφυλλο
να σου στείλω
ξημέρωνε η γιορτή σου,
το χρώμα του έμοιαζε
με κείνα τα πορφυρά δειλινά
του καλοκαιριού.
Το πρωί η αυγή
όλο ζήλια
έστειλε ένα αεράκι
και το σκόρπισε.
Ο ουρανός
γέμισε ροδοπέταλα
και παγωμένη ανάσα.
Απόμεινα να κρατώ
την ήσυχη άκρη μιας λύπης
και μιάς παράξενης ντροπής
το κόκκινο χρώμα,
ξέχασα τη στιγμή που σε είδα
πως σήμερα γιόρταζες.
Μόνο σαν βράδυασε
στην παλάμη σου
στέγνωσε ένα διάφανο δάκρυ.
Το Ε/Γ Κυριακή
έσκιζε άγρια τη θάλασσα.
Η καρδιά μου
ήταν ήδη σκισμένη.

Σέβεν αμ

Δεν άλλαξε τίποτα.
Ο ουρανός είναι όπως τον αφήσαμε.
Το ίδιο και τα δέντρα στον κήπο.
Το κίτρινο τραπεζάκι
κάτω από την μουριά
που καθόμαστε τα μεσημέρια.
Στην άκρη ο πέτρινος φούρνος,
δίπλα από το στενό δρομάκι.
Τα κλειδια κρυμμένα στον τοίχο,
πίσω από την πετσέτα.
Δεν άλλαξε τίποτα.
Στο βάθος φαίνεται ο Ασωπός,
σε κάποιο σύννεφο, καρτέρι,
τα γελαστά σου μάτια.
Η αλμύρα της θάλασσας
στα κουρασμένα χέρια σου.
Η μυρωδιά από το λιβάνι
απλώθηκε ως την Μούντα
και έσμιξε με το πέλαγος.
Ξέχασα το πορτάκι ανοικτό
θα σβήσει το κερί ο αέρας

Υποκριτική αίσθηση

Ο δρόμος διαγράφεται
έντονος, πικρός,
Μια ανεξήγητη έλξη
με κρατάει ακόμα εδώ,
ασαφής, αόριστη.
Υποκριτική αίσθηση
παλιάς αγάπης εξαντλημένης.
Με χαϊδεψες μια νύχτα,
πόσο μεγάλη
μπορεί να είναι μια τέτοια στιγμή,
να με κρατήσει σιωπηλό παραστάτη
ηθελημένης απουσίας;
Εχεις χαθεί δεν μ’ αγγίζεις,
ψίθυροι μοναξιάς
καί ακαθόριστες σκιές
απόμειναν,
αλλοτινοί πόθοι
σε σκοτεινές αποχρώσεις
εγκατάλειψης.
Πόσο να αντέξω την πίκρα;
Ο δρόμος για το οπουδήποτε
είναι εκεί, μπροστά,
δεν θέλω να φύγω.
Είναι μεγάλη η νύχτα,
δεν χωράει στα μάτια μου
το μέγεθος της θλίψης.
Το βαθύ κόκκινο των χειλιών σου
ξεθώριασε.

Αγάπη μου παλιά

Αγάπη μου παλιά
δεν θελησα να δω
τότε που έφυγες
τα μεγάλα σου μάτια
δακρυσμένα,
δεν ήθελα και γω
να δείς τα δικά μου
να κλαίνε.
Σε αποχαιρέτησα βιαστικά
δεν πρόλαβα να σε φιλήσω,
έμεινα στην αποβάθρα,
μόνος,
κάθισα σε μία ανάμνηση
να θυμάμαι,
έκλαιγα κρυφά
μέχρι που βράδυασε.
Ολα τα σκέπασε η νύχτα
εκτός από το φεγγάρι.
Χλωμό και αδύναμο
πάλευε στο ουρανό
να σε προλάβει,
είχε το φιλί μου
στα χέρια του.

Χειμώνας

Μια δυνατή μπόρα
μου κτύπησε την πόρτα
κάθισε στην πολυθρόνα
μπροστά στο τζάκι.
Το φεγγάρι απορημένο,
γυρεύει βιαστικά
μέσα στα σύννεφα
περισσότερο ουρανό.
Η νύχτα ψιθύρισε
το τελευταίο αντίο
στο φετεινό φθινόπωρο,
κλείνοντας αμήχανα
τα μεγάλα σκοτεινά της μάτια.
Χαμογελάω,
δεν ανησυχώ που φεύγεις,
δεν τρομάζω πια,
ξέρω θα ‘ρθεις πάλι
με το καλοκαίρι.
Αφησα τα κλειδιά
κάτω από την γλάστρα.
Αφησες
το ζεστό σου γέλιο
στο παλιό ξύλινο τραπέζι.
Ο χειμώνας
με τα χέρια στις τσέπες
σφυρίζει αδιάφορα,
κατηφορίζει νωχελικά
ξυπόλητος και παγωμένος
στη λιακάδα μας,
δεν φοβάμαι
είναι εδώ να με ντύσει
το γέλιο σου,
εκείνο που άφησες.

Φθινόπωρο

Το πρωί
με ξύπνησε ένα σύννεφο.
Ένα σιγανό αεράκι
πέρασε ανάμεσα απο τις λεύκες,
ένας σπουργίτης τρόμαξε
και άλλαξε κλαδί.
Ακουσα παιδικές φωνές,
το πρωινό κουδούνι
από το απέναντι σχολείο.
Κλείνω στη χούφτα μου
δυό σταγόνες βροχής
και έναν ήλιο χλωμό.
Από το μπαλκόνι
βλέπω το δρόμο,
το φθινόπωρο
έχει καθίσει σε ένα δέντρο.
Ενα κρυφό του χαμόγελο
γέμισε τη μέρα
και το καλοκαίρι.

Καλοκαίρι

Καθαρός ήλιος
μαλαματένιος
στον ουρανό κανένα σύννεφο.
Μια δεκαοχτούρα
φωνάζει τα παιδιά της.
Κάτασπρα καΐκια στη θάλασσα
ετοιμάζουν τα δίχτυα τους.
Φέρνω το χέρι στα μάτια,
τα κοιτώ επίμονα
μέχρι να γίνουν μικρές κουκίδες
στο διάφανο ορίζοντα.
Ενας γλάρος στέκεται για λίγο
και έπειτα φωνάζει το όνομα σου,
καλοκαίρι, καλοκαίρι,
στα δυό του χέρια
κρατάει το πέλαγος.

Ανοιξη

Ηλθε πάλι η άνοιξη,
ολοκαίνουργιο το φόρεμα της
γεμάτο μαργαρίτες
και φρέσκα αρώματα.
Ενα πλοίο στη θάλασσα
μου ‘κλεισε το μάτι
και σφύριξε.
Ενα κορίτσι πέρασε
ξυπόλητο
με κλαρωτή φούστα
Ενα χελιδόνι
μου χαμογέλασε.
Αύριο θα σου στείλω
ένα φιλί με τον άνεμο
δεν λέω ψέματα.

Ακόμα είσαι εδώ

Ο ίσκιος σου στάθηκε αμίλητος
πλάι στο παράθυρο,
σε κουβάλησε
εκείνο το μικρό σύννεφο,
σε έφερε εδώ στη μοναξιά μου.
Το ήξερα, σε περίμενα,
πολλά καλοκαίρια.
Τα φιλιά σου
είναι ακόμα εδώ
ξεχασμένα,
δεν έχουν φύγει.
Το κίτρινο κοκαλάκι σου
είναι στον ραφάκι του καθρέπτη
όπως το άφησες.
Το λουλούδι που πότιζες
στη κόκκινη γλάστρα
έχει ανοίξει,
μοιάζει με το πρόσωπο σου.
Το χέρι μου
χαϊδεύει μια τούφα γέλιο.

Τίποτα

Δεν μου άφησες πολλά
να θυμάμαι,
μονάχα κάτι στιγμές
περαστικές.
Ασπρόμαυρο τοπίο ομίχλης,
κρεμασμένο από τον ουρανό,
μια λάμψη παράξενη
στην καταιγίδα,
κι έπειτα τίποτα.
Ο,τι έμεινε από σένα
μία σκουριασμένη σκιά
ένας άδειος δρόμος.
Ανώφελο ταξίδι χωρίς σημάδια,
δεν έχει πέρασμα πίσω.
Tίποτα,
το δικό σου παρελθόν
σελίδα που λείπει,
δεν έχει ήχο η φωνή
να σε ακολουθήσω,
το τραγούδι γυμνό,
δεν έχει σκοπό.
Η μορφή,
από χώμα, νερό και θλίψη,
ολότελα δική μου.
Το πρόσωπο σβησμένο
στην ανοιξιάτικη λιακάδα,
Το πέλαγος, το μελτέμι,
ύστερα η αγάπη
ψηλά στο λόφο,
θα ήταν αλλιώς,
αν ερχόσουν,
αλλιώς...
χωρίς τέλος.

Αιθέρια γκρι

Ημουν εκεί έτοιμος
να κάνω το όνομά σου τραγούδι,
είχες αργήσει, όλα είχαν φύγει,
η ορχήστρα, το ακροατήριο,
όλα είχαν σκορπίσει,
σπασμένες νότες,
σκισμένες αφίσσες,
η θέση σου άδεια.
Είχα μείνει μόνος,
ήλθες ήσυχα ήσυχα
αποκαλύφθηκε δειλά
το ανεξήγητο της ήττας,
κοιτούσες το άπειρο
δεν είπες τίποτα.
Ενα φεγγάρι φάλτσο
ακούμπησε στα μαλλιά σου,
ασημένιες ανταύγειες
φωτίζαν με αιθέρια γκρι
το πρόσωπο σου.
Αφησες το άλλοθι
να καταρρεύσει,
από την νύχτα αναδύθηκε
η άλλη εκδοχή της σιωπής.

Το παλιό μου σακάκι

Το παλιό μου σακάκι
φυλαγμένο,
έχει μέσα όλους τους φίλους,
φίλους παντοτινούς.
Ταξίδι μνήμης,ταξίδι ψυχής
Νίκο, Γιάννη
καλό ταξίδι φίλοι
στην ακτή της νύκτας.
Γιώργο, Ηλία, Νίκο,
Δημήτρη, Νικόλα,
δεν ξεχαστήκαμε,
τη διαδρομή δεν υπολογίσαμε,
μεγάλωσε το βήμα μας,
βυθιστήκαμε στο μέλλον.
Ο χρόνος
δανείστηκε κομμάτια από το παζλ.
Τα πεπραγμένα
φυλαγμένα κι αυτά,
στο συρτάρι των αναμνήσεων,
θαμπά, ξεθωριασμένα.
Ελάτε φίλοι μου
να δέσουμε την πληγή του χρόνου.
Ελάτε να γευτούμε την δροσοσταλιά
των παιδικών μας χρόνων,
την αθωότητα
μιας άδολης νιότης
που αφήσαμε πίσω.

Η αγάπη μέσα στη νύχτα

Η νύχτα κρέμεται από τη νύχτα.
Με βήματα αργά η σκέψη μου
σε προσεγγίζει.
Δίνει πίσω ένα παλμό
που τον νοιώθει πως είναι
μακρυνός, ξεχασμένος.
Η μεγάλη μοναξιά
αυτό που καιρό περίμενα.
Οι χαμένες αγάπες
όρκοι παντοτινοί,
που δεν κράτησαν.
Η τραυματική απουσία.
Όλα είναι εδώ.
Μάτια αστέρια
σταλάζουν το φως
τρυπούν και πληγώνουν.
Η νύχτα
η αγάπη μέσα στη νύχτα
για πάντα χαμένη.

Χαθήκαμε

Χαθήκαμε,
έτσι απλά χαθήκαμε
και τίποτα δεν είναι όπως πρώτα.
Τα φιλιά
σκόρπια πουλιά,
που ήταν κάποτε μαζί μας.
Το ταξίδι
που ήταν γιορτή
μια συνηθισμένη μέρα.
Χαθήκαμε,
έτσι απλά χαθήκαμε
και δεν έχω τίποτε άλλο
να ζητήσω,
είπες για μένα
σε μια έκταση στιγμής.
Δεν έχεις τίποτε άλλο
να μου δώσεις
είπες πάλι σε μένα
στην ίδια έκταση,
δεν έχω χρόνο
είπες
η Χαλκίδα δεν ήταν για σένα.

Είσαι μακρυά

Πώς μέσα σε τόση αγάπη
χάθηκες;
Πώς να σου θυμήσω
την αγάπη μας;
Δεν φτάνει η δική μου νοσταλγία
που ακολουθεί τα σημάδια σου,
ένα κομματάκι από όνειρο.
Σαν δύο φύλλα γυμνά
γνωριστήκαμε.
Η καρδιά σου
στα χέρια σπαθί
να σκίζει την πανοπλία
του έρωτα,
παράθυρο
που βλέπει στο φώς
με τα φύλλα κλειστά.
Βασιλεμένο το βλέμμα.
Κρυφό μαχαίρι
ο χρόνος
γυρίζει στην πληγή,
στο κενό που άφησες.
Είσαι μακρυά.
Είμαι ακόμα εδώ.
Ξημερώνει Τρίτη.

Ηθελα να σ αγαπώ

Ήσουν ο πιο γλυκός πόνος
δεν μπορούσα να προσπελάσω
τις επιθυμίες μου,
να ξεχωρίσω το μαχαίρι
από το χάδι το φευγαλέο.
Εσύ
ζητούσες μιά ακτίνα
και γω σου χάριζα
ολόκληρο τον ήλιο.
Εγώ
ζητούσα ήλιο
και συ μου χάριζες
μια χαραμάδα φωτός.
Πικρή αιχμαλωσία
πλανόδια γύρω σου, νωχελική.
Θυμάσαι άραγε;
Στην άκρη της πόλης
την ώρα που έσβηνε η μέρα,
δάκρυσες, σε πίστεψα,
όχι γιατί ήθελα να σε πιστέψω,
αλλά γιατί ήθελα
να σ΄ αγαπώ.

Δάφνη

Δεν ξέρω
αν ήταν δύο σταγόνες βροχής
ή τα δάκρυα σου.
Δεν ξέρω
αν είσαι άλλο αστέρι
ή άλλος ουρανός.
Ωρίμασε το πρόσωπό σου
μέσα από την στιλπνή ανταύγεια,
το φως από τις γρίλλιες,
το πρόσωπο σου ξανά,
το ημίφως.
Τινάζω το όνειρο από την σκέψη.
Είσαι εκεί και περιμένεις,
ένα μικρό τριαντάφυλλο,
ένα ταξίδι για τον Έβρο.

Το όνομα σου

Ονομα γλυκό
μάτια πράσινα,
αγάπη του καλοκαιριού
και της αλμύρας.
Ονομα γλυκό
φθινοπωρινή ψιχάλα,
πρωτοβρόχι του έρωτα,
της προσδοκίας,
του ατέρμονου κάλλους.
Ονομα γλυκό
μυστικό μου όνειρο,
ήλιε του χειμώνα,
κέντημα αστροφεγγιάς.
Γλυκό μου όνομα
διάφανη θάλασσα,
ανείπωτη άνοιξη,
αεράκι χρωμάτων.
Αγάπη καταλυτική
Χρόνιε έρωτα.

Diem ex die

Tα πρωϊνά
γυμνή γοργόνα
μαγεύεις τα πέλαγα
με το κορμί σου.
T
α μεσημέρια
τρομαγμένα σύννεφα
σκορπάνε στον ορίζοντα,
μόνο με την ανάσα σου.
T
α βράδυα
αστέρια σκυθρωπά
μονολογούν
και σβήνουν με θλίψη,
όταν ανταμώσουν
τα μάτια σου.
Λάτρης της αγάπης,
του έρωτα σου τρυφερή σκιά,
ψίθυρος, κραυγή,
τρυφερά σε αγγίζω.
Είσαι
η ισορροπία του παρόντος,
η πνοή της αγάπης,
οι επόμενες μέρες,
το απαλό ροζ του μέλλοντος.
Σ’ αγαπώ πολύ.

Σαν σκέψη

Σαν σκέψη που από καιρό
έχει ωριμάσει στο μυαλό,
ακαθόριστα σε ονειρεύομαι.
Αναρίθμητες επιδράσεις
περιβάλλουν
την βεβαιότητα μου,
η νοσταλγία δεν είναι πια φίλος.
Μη γυρίσεις
άσε με στο όνειρο,
θα σου μιλώ σαν νάσαι εδώ,
εδώ για πάντα,
σ αυτό το ξέφωτο της σκέψης
και του ονείρου.
Μισές ώρες
γεμάτες από λόγια ψιθυριστά.
Αναβολές διαρκείας,
κουράστηκα
να γυρίζω αντίστροφα στο χρόνο.
Η πραγματικότητα
είναι μία οδύνη,
ένα κομμάτι
από το κλειδωμένο
πρόσωπο σου.

Λίζα

Το πρόσωπο μου
σε μια παράξενη θλίψη
αφημένο, πικρό.
Η σκέψη μου
παλινδρομεί στο κενό χαμένη.
Εβγαλες την αλυσίδα
για τελευταία φορά
και σύρθηκες έξω,
ελεύθερη, αγέρωχη
όπως ήσουν χιλιάδες χρόνια.
Άγγιξες την αιωνιότητα
με την ύστατη αναπνοή σου
και έτσι σε έχασα
για πάντα
πιστή και αγαπημένη φίλη.
Η αέρινη παρουσία σου,
οι όμορφες στιγμές
αμέτρητων ημερών,
οι δικές μας στιγμές
στριφογυρίζουν στο μυαλό μου.
Θα σε θυμάμαι πάντα.
Αντίο Λίζα,
Καλό σου ταξίδι,
ψάξε καλά εκεί που πήγες.

Να με θυμάσαι

Δεν είναι τα μάτια σου η χαρά
μήτε τα χείλη σου η δροσιά
δεν είναι.
Χιλιάδες στολίδια
ψάχνουν απελπισμένα
τα χέρια σου,
άδεια σε γυμνό φόντο.
Έφυγες,
όλα μόνα κουβαλάνε
ό,τι άγγιξες,
τα πρωϊνά, τα μεσημέρια, τα απογεύματα,
τα βράδυα, αυτά πιο πολύ,
το οτιδήποτε χωρίς εσένα.
Η απελπισία της απουσίας,
πιο δυνατά γίνεται πράξη,
η πράξη που γινεται αντίστροφη μορφή,
που παλιώνει το γέλιο σου,
θαμπώνει το πρόσωπό σου.
Όλα τέλειωσαν
στην άκρη των φόβων σου,
κάπως βιαστικά σβήσαν τα φώτα,
έφυγες
δεν πρόφτασα να δω
τα τελευταία σου βήματα.
Η αγάπη
ανήκει σε όποιον δάκρυσε
και το δάκρυ
σε όποιον αγάπησε.

Δεν μπορείς

Με κρατάς
σαν να θέλεις να φύγω,
σαν να θέλεις να ξεχάσω,
ότι σε θυμίζει.
Μέσα από τα μάτια σου
είδα τον ήλιο να ανατέλει,
είδα τον κόσμο.
Μέσα από τα χείλη σου
γεύτηκα την αιωνιότητα.
Γυμνός
μέχρι τα βάθη της ψυχής
τάϊσα του πόθου τα προσχήματα.
Δραπέτης μετέωρης νύχτας,
που δεν λέει να ξημερώσει,
αναζητώ
τον ομφάλιο λώρο της μέρας.
Με κρατάς σαν να θέλεις να φύγω.

Μελαγχολία

Θα μπορούσα να φύγω,
πολύ απλά,
έτσι όπως πετάει κανείς
μια μπλέζα.
Σε χρειαζόμουν,
το ήξερες,
ήξερα και εγώ
πως ήταν ψευδαίσθηση
οτι θα μπορούσαμε να φτάσουμε
σε παρυφές συμφιλίωσης.
Ήξερα πως ήταν αφέλεια
να προσπαθήσω να σε κάνω
να αγαπήσεις στούς ίδιους τόνους.
Ηταν χίμαιρα
να προβάλω μέσα σου
ένα κόσμο απαγίδευτο.
Σ αγάπησα πολύ,
πιο πολύ
απ όσο μπορούσα,
πιο πάνω
από όσο άξιζες.
Με αγάπησες και εσύ,
«με το δικό σου τρόπο».
Κάθε μέρα
βυθιζόμουν όλο και πιο βαθειά
σε μία πλημμυρίδα πίκρας.
Βυθιζόμουν σε μια αδιαφορία
που την έλεγες αγάπη,
σε μια αφαίρεση
που την έλεγες αγάπη.
Μ αυτή την αγάπη
άγγιξα ένα άθλιο πυθμένα.

Η αγάπη του τίποτα

Την πρώτη φορά
ένας απρόσμενος έρωτας
μάντεψε το σημείο
του προορισμού.
Την δεύτερη
δεν έμενα πια εκεί.
Σε θυμάμαι.

Παραίσθηση

Φώτα πολλά,
πολύχρωμα φώτα,
γύρω, παντού.
Μονάχα εδώ
φωνές από το παρελθόν,
σε άδειο δωμάτιο,
σκοτεινό, απέραντο,
αντίλαλος παραχαράκτης
νά ‘ναι το σ’ αγαπώ.
Ναυαγός χαμένου προορισμού
το χέρι μου
να αναζητά το σώμα σου.
Ρόδινες παραισθήσεις
σκιές από το μέλλον,
έρημο στόμα από φιλιά.
Το άρωμα σου χάθηκε
η βαθειά σου ανασαιμιά,
πού ‘ναι τα μάτια σου;
το άγγιγμα σου;
Απόμεινες εκεί
ολομόναχη μέσα στο πλήθος,
απολιθωμένη ύπαρξη
κεχριμπαρένια,
να γνέφεις το μαντήλι
του αποχωρισμού

Χρυσάνθη

Πριγκήπισσα
πού χάθηκαν οι φίλοι;
Ποιά χέρια που σ αγκάλιαζαν
γίναν μαχαίρια;
Αλλαξαν το τοπίο,
άλλαξαν το γέλιο σου.
Δρόμοι χάθηκαν
και γίναν
διάδρομοι δικαστηρίων,
καταγγελίες ντροπής,
επιτροπές ενστάσεων.
Τα καταγάλανα μάτια σου
έκπληκτα.
Πόσο παράτονα
πόσο αχάριστα
αντηχεί η λατέρνα.

Για τελευταία φορά

Για τελευταία φορά
φίλησε με
πες μου αντίο
απαλά χωρίς θόρυβο.
Στάλες δάκρυα
να μουσκέψουν θλιμμένα
λίγο λίγο
την καρδιά μου.
Υστερα
χίλια κομμάτια να σκορπίσω,
τίποτα να μη θυμάμαι,
καμμία αχτίδα μνήμης,
καμμία διαδρομή,
κανένα προορισμό,
να μην ελπίζω τίποτα.

Είναι η ζωή

Είναι η ζωή ένα ταξίδι, μιά πορεία
μέσα σε κόσμο απατηλό γεμάτο πάθη,
και δεν μας νοιάζει κανενός η απορία,
αν είναι η θάλασσα ουρανός κι επάνω βάθη.

Δεν μας αγγίζει ο πόνος του δυστυχισμένου,
ούτε του διπλανού η ανέχεια και η λύπη,
η αγάπη μοιάζει μοίρα κάποιου ξεχασμένου
παραμυθιού, που η μέση και το τέλος λείπει.

Είναι η ζωή μιά ευλογία, που σπαταλάμε
και την πετάμε με ευκολία στον καιάδα,
με λόγια ανάξια για τον άνθρωπο μιλάμε
πούναι ψηλά, για μας η κορυφή ζαλάδα

Στον Μάριο Τόκα

«Σ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα»
μα συ ταξίδεψες για κόσμους άλλους,
θα σε θυμίζουν μουσικά αποτυπώματα,
παρέα τώρα θα μιλάς μ’ άλλους μεγάλους.


«Στη λεωφόρο της αγάπης» σε περίμεναν
ο Γιάννης, η Χαρούλα κι ο Διονύσης,
οι στίχοι του Αραγκόν μονάχοι απόμειναν,
σφιγμένα χείλη, σφαλιστά, πώς να μιλήσεις.

«Η εθνική μας μοναξιά» όλο κι αυξάνεται,
στο πρόσωπο το γέλιο λιγοστεύει,
μα το δικό σου γέλιο Μάριε δεν χάνεται,
στη μουσική σου και στο φως θα βασιλεύει.

Αν χρειαστεί

Αν χρειαστεί
να σου προσφέρω θυσία,
λάφυρο εξαγνισμού να σου δώσω
την ίδια μου τη ζωή.
Μη διστάσεις.
Χρόνια τώρα προσπαθώ να ισορροπήσω
σε ένα ανύπαρκτο σχοινί.
Ανταύγειες αιχμηρών αντικειμένων
περιμένουν να μυσταγωγήσουν
στη σάρκα και στο αίμα μου.
Πώς κόβεται η νύχτα στα δύο;
Από εδώ νύχτα και από εκεί νύχτα.
Πώς κόβεται η ζωή στα δύο;
Εγκαταλειμένο πλοίο
σε ταραγμένα νερά,
σε απρόσιτη θάλασσα.
Ετσι βουλιάζω χρόνια τώρα
κομμένος στα δύο.
Αν χρειαστεί να σκοτώσω
τη σκοτωμένη από καιρό ζωή μου,
μη κλαίς, κάνε ένα νεύμα.
Μη διστάσεις.

Ερωτας φως

Αν με αγαπάς
μη με αρνηθείς,
κλείδωσε δυό φορές την πόρτα,
πες μου πάλι το αγαπημένο παραμύθι,
πως η γη είναι άδεια χωρίς εμένα,
πως δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι
και συ δεν έχεις όνομα.
Ασε το γέλιο σου
να με ταξιδέψει
από τη δύση μέχρι την ανατολή,
με κατάλευκα πανιά
σε αρχαίους ήλιους,
σε όλα τα θαύματα της γης.
Αν με αγαπάς
θα είμαστε εδώ,
μαζί,
έρωτας φως,
στον μπαλκόνι του ονείρου
με θέα τον κόσμο.

Χωρίς εσένα (Θλίψη)

Δεν ήλθες
και κανείς δεν ξέρει πότε,
ούτε και συ.
Ατελείωτος ο χρόνος.
Ο χώρος γυμνός,
το βράδυ εφιαλτικό,
κρύο, χωρίς εσένα.
Η αναμονή καταγράφει
ανθεκτικούς μονόλογους.
Πορεία στο πουθενά
με πρόσωπο ασχημάτιστο
χωρίς περίγραμμα,
χωρίς τίποτα να καθορίζεται εντός,
ασυνείδητη ενοχή ή κάπως έτσι.
Ο παράδεισος μου
γέμισε φράκτες,
χορωδίες βροχής,
καταιγίδες θλίψης
και ρωγμές από πρόθεση.

Ταξίδι

Καλλίγραμμες ακτίνες ήλιου
από λεπτό ατόφιο χρυσάφι.
Μαγιάτικη μέρα, όμορφη,
με γαλάζιες αποχρώσεις ανέμου.
Φιλόξενη η αγκαλιά του Αιγαίου,
στο βάθος ήρεμη
η γραφή των κυμάτων,
χαϊδεύει τον ορίζοντα.
Ταξιδεύεις,
στη ρότα σου
άσπρα θαλασσοπούλια,
ολούθε γύρω
αψίδες διάφανων χρωμάτων
προβάλουν τη λαμπρότητα τους.
Ολα είναι εξαίσια.
Η πυξίδα
με περισσή ακρίβεια,
δείχνει γενναιόδωρα
τον έρωτα
και ο έρωτας
με πολλαπλή ακρίβεια
το γυμνό κορμί σου.

Σε θυμάμαι ερήμην

Μικρή μου θάλασσα
έγινες πέλαγος,
σε κράτησε το απέραντο,
το αχανές, το άπειρο.
Με ανάστροφες κινήσεις
παγιδεύτηκες
σε άγνωστους τόπους.
Κοιτάζω τον ορίζοντα
πέρα μακρυά,
κατά το νότο
κατά το αόριστο.
Επιστρέφω στην μνήμη,
μου χρωστάς
μιά υπόσχεση και μια ελπίδα.
Αλλάζω όψη,
επεξεργάζομαι το ελάχιστο,
μεγεθύνω την λεπτομέρεια.
Ζωγραφίζω το όμορφο,
ζεστό ακρογιάλι,
που θα σε υποδεχόταν,
μόνο που δεν θάσαι πια
η δικαιολογία,
θάσαι το τέλος.
Ανοίγω το στόμα,
το τραγούδι
είναι για σένα.
Χαμένη μου αγάπη
σε θυμάμαι ερήμην.

Εναλλάξ

Μυστικά ανέγγιχτα,
φυλαγμένα καλά
από τις νυχτερινές περιηγήσεις σου.
Φοβάσαι
την παλίρροια των αισθήσεων,
τον ιστό της αγάπης,
την άμπωτη της ηδονής,
τη λήθη.
Σελίδες, λευκές συναισθημάτων
εναλλάσσονται.
Ασταθείς προτιμήσεις
πλανόδιων εραστών
σε προκαλούν.
Φοβάσαι
τις υποψίες που αποκλείεις,
τους μετανάστες ήχους
που έχουν προορισμό
την μετριοπάθεια των άλλων.
Ζεις
στην ερωτική έξαρση
της μεγαλούπολης.
Πεθαίνεις κρυμμένη.

Κάπου σε ξέρω

«…υπαρχουν ομως φιλοι που ειπαν θα τα ξαναπουμε και δεν τους βλεπεις ποτε και αν τους δεις μετα απο χρονια θα σου πουν καπου σε ξερω…» “Κορνος29”

Αποτυπώματα καλυμένα
από τη σκόνη του παρελθόντος,
στρωμένο σεμέν στο τραπεζάκι
της λανθάνουσας μνήμης.
Αντικείμενα βαριά
σε ρόλο δόλιων καταπιεστών
κι όμως
κάπου σε ξέρω.
Θεατής στη δική σου ζωή
θεατής στη δική μου
στέκω εκεί,
κάτοχος άπειρης γνώσης,
ευοίωνος παραστάτης,
δεσμοφύλακας των ονείρων μου.
Θέλησα να σε ξεχάσω,
θέλησα να μη σε ξαναδώ
και όταν τυχαία θα σε συναντούσα
να πω
κάπου σε ξέρω,
αλλά πώς να σε απαρνηθώ;
είσαι η μόνη μου αλήθεια.

Αστυπάλαια

Πέρασε τόσος καιρός,
τόσα ξεχασμένα καλοκαίρια,
η πιθανότητα να σε ξαναδώ
σπασμένα κομμάτια,
διασπαρμένα
σε κείνο το βαθύ το μπλε
της αβύσσου.
Τραγούδι αλγερινό
σε προηγούμενη ζωή,
παιδί πικρό και μεις,
χαμένοι σε σεισμό
στη γυάλινη σφαίρα της Λήδας.
Παραπονεμένος αμανές
βαρύς σαν πέτρα,
σε ένα παρόν που δεν χωράει,
αλυχτά, διαγράφει κύκλους
σε επιφάνεια δακρύων.
Κράτα το ίσο,
αγέρα μου κάποτε,
μην εκτίθεσαι σε ανάποδο καιρό.
Κράτα το ίσο,
βραδυνή, ανυπόταχτη σκιά,
όπως και γω κράτησα
το απρόοπτο και τα δύσκολα
μιας σχέσης,
παραδομένης στο δεν.

Κάρμεν, Ελεν ή πως αλλιώς

Σε φευγάτες ιστορίες
ακουμπάς, ελπίζεις, ζεις,
το σώμα σου αναπνέει
σε νυχτερινά λαμπιόνια,
η ψυχή σου ασφυκτιά
σε νυσταγμένα ημιυπόγεια
και η παράσταση αρχίζει.
Αυταπάτη ενός λεπτού,
αγοραίος έρωτας φτηνός
ευδοκιμεί μες την σιωπή.
Η ζωή αποσβένει την αξία της,
σε πληρωμένο ρυθμό
ηδονικής προσομοίωσης.
Πόσους αναγνώστες του κορμιού σου
άφησες να μελετήσουν
μιά τρελλή ακατονόητη μοίρα;
Δεν θα γίνεις ποτέ αγαπημένη,
δεν θα αισθανθείς ποτέ το άγγιγμα
από ένα χάδι στο μέτωπο,
την ώρα που κοιμάσαι.
Ποιά κόρη της Νύχτας
σου άναψε με το ραβδί της
κόκκινα φανάρια;
Ποιά ειμαρμένη έγινε νόμος
μη αναστρέψιμος
πάνω από το νόμο της μάνας;
Ποιός χειμώνας σε οδηγησε;
Φυλής και Ιουλιανού γωνία.

Ανισόπεδες διαβάσεις

«Χάρων: Απόδος ω κατάρατε τα πορθμεία.
Μένιππος: Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος…»

“Λουκιανού, νεκρικοί διάλογοι”

Ανισόπεδες αφύλακτες
αμετάκλητες διαβάσεις,
χωρίς σηματοδότες,
χωρίς περιθώρια.
Παλιά τραγούδια ξεχασμένα,
χωρίς ρυθμό και αποτυπώματα.
Σ αυτή τη νύχτα που κλαίει,
σ αυτή την επαίτειο
του χαμού σου,
έρχομαι ένα βήμα πιο κοντά,
προσεγγίζω
σαν άγιος που αμάρτησε,
την κόκκινη γραμμή που με χωρίζει
από το βυθό του παρελθόντος.
Διάτρητο το σημείωμα σου βρήκα,
“εν έτει 1981, Γιάννης”
παρέα ανεκπλήρωτη, ξεστρατημένη,
αρνηθήκαμε δεν τολμήσαμε,
Μίλλυ, Ζαρίνα, Στέλλα
και σταυρωτά εμείς,
εσύ που ξεκίνησες
και γω που σε θυμάμαι.

Αιγόκερως

Από το βάθος της νύκτας
αναδύεσαι φωτοστέφανο
πανόπτη ήλιου,
αρχέγονη, έτοιμη πάντα,
με καλά διαφυλαγμένα
τα μυστικά σου σημάδια.
Δεν σε γνώρισα.
Χιλιάδες χρόνια
στο απέραντο σύμπαν
περιστρέφεσαι,
μετέωρα καθορισμένη,
καθώς
ήλιος εσύ,
και γω σκοτάδι ουρανός,
φθαρμένη σκιά
που περιμένει απόδοση φωτός.
Είναι η αναμονή ελπίδα
και η ελπίδα καθώς λένε,
η πιο βαθειά πληγή,
μια σπιθαμή πίκρα
σε άδειο πρόσωπο.

Στο πρακτορείο

Φωνές, τσιγάρα,
κρεμασμένα μόνιτορ αδημονίας.
Αριθμημένα μπαλάκια
στροβιλίζονται.
Τζακ ποτ!
H
Θεά Τύχη παίζει.
Ολοι έχουν βάλει στο μάτι
το αμαξάκι των ονείρων τους
και εκείνο το καϋμένο
τσούζει κατακόκκινο
από το στριμωξίδι,
πού να χωρέσει
ολόκληρο αμάξι μέσα του;
Κουβέντες, αγωνία,
ελπίδα, αναστεναγμοί,
ατάκες…
δεν θα μου ξεφύγει,
φέτος είναι η χρονιά μου…
έχω ένα σύστημα αλάνθαστο
σαν το κανάτι της Βασιλειάδου...*
Είμαι και εγώ εδώ,
είσαι και συ
στο πρακτορείο η παρελπίδα,
στο πρακτορείο μήπως.

* Η θεία από το Σικάγο, ελληνική ταινία του 1957

Διττή μέρα

Η μέρα το πρωΐ,
φοράει ακριβό κοστούμι,
ή κάποιο όμορφο ταγέρ,
χρώμα επιταγής μόδας,
επώνυμη μεταξωτή γραβάτα,
παπούτσι δίσολο,
ή γόβα στιλέτο
και ύφος αυστηρό.
Είμαι εγώ, μ’ ακούς;
ο από θέση ισχύος,
ο απροσπέλαστος,
το αφεντικό.
Η μέρα το απόγευμα,
βγάζει τα ρούχα τα ακριβά,
μένει ξυπόλητη, με το βρακί,
τρώει με τα χέρια
γλύφει τα δάχτυλα.
Ειμαι εγώ, μ’ ακούς;
ο ένας από εσάς,
ο κολητός,
ο προσπελάσιμος,
ο εαυτός μου.

Αγάπης εγκώμιο

Δεν κουβαλάς την αγάπη,
είσαι η αγάπη.
Πικρό παράπονο άλλοτε
κι άλλοτε μάτια αγγελικά,
που συγχωρούν.
Κόκκινα χείλη,
που ψιθυρίζουν παρεκκλίσεις.
Σπαθί γυμνό,
έτοιμο να χαράξει
ανεξίτηλες λάμψεις
στους δρόμους της καρδιάς.
Αψίδα ουράνιου τόξου
μετά από βροχή.
Πανί ανοιγμένο στον άνεμο
για μυθικό ταξίδι.
Κυκλοφορείς με πάθος
μέσα στις φλέβες,
δεν προσπερνάς,
σαν μια πανσέληνος ονειροπόλος
στέκεις,
σαν γεγονός, σαν πρόταση,
σαν δειλινό ασυγχώρητο.
Δεν είσαι κρυμμένη στην ψυχή
ούτε απρόσμενη μοίρα,
είσαι το ρίγος που ορίζει,
ρούχο βγαλμένο βιαστικά
πριν τον έρωτα
κι έπειτα έρωτας.

Σκιάθος

“Σε θυμάμαι άγιε πατέρα στα εννιά μου, να προσπαθείς με μακροβούτια να ξεκολλήσεις την άγκυρα στη μικρή μας εκδρομή απέναντι, στο Ασπρονήσι ή στον Τσουγκριά δεν θυμάμαι πιό νησάκι ήταν.”

Ξημέρωμα στο Αιγαίο,
φως εισβάλλει αβέβαιο
στην προκυμαία,
πάνω απ το Μπούρτζι.
Ο Παπαδιαμάντης
έναν αιώνα βλοσυρός
σε ουράνια προτομή,
αιωρείται ολομόναχος,
πάνω από τις Σποράδες.
Η Φραγκογιαννού στο Κακόρρεμα,
μες την σιωπή και μες την σκόνη,
πάντα έτοιμη να απολογηθεί
στο δικαστήριο της ψυχής της.
Το πλοίο της γραμμής
άσπρος μικρός κύκνος,
στο βάθος του γαλάζιου ορίζοντα
μεταφέρει νέα αισιόδοξα σχέδια,
για το φετεινό καλοκαίρι.
Ο παπα-Γιάννης στις πάνω γειτονιές,
ακολουθία εν τω όρθρω
σε πλάγιο τέταρτο,

«Καταπλήττει αληθώς, τας διανοίας των πιστών»
Βουβή η μνήμη σε προσκαλεί,
κράτα με πατέρα,
όπως τότε, από το χέρι,
ξέφυγε για λίγο,
από τον κρυμμένο κόσμο των θεών,
σε νοστάλγησα,
πάντα σε θυμάμαι,
ξεκόλλα την άγκυρα από το βράχο,
περήφανα να σαλπάρουμε.

Καινούργια μέρα

Ξημερώνει στην πόλη,
τα παράθυρα όπου νά ’ναι,
ακόμα μια φορά
θα ανοίξουν στο φως,
μικρά τριαντάφυλλα.
Η αυγή κατάλευκο χέρι,
αιώνες τρυφερό,
χτυπάει δειλά την πόρτα.
Αιχμάλωτη η νύχτα,
διπλώνει το μαύρο της φόρεμα
έτοιμη να δραπετεύσει,
χωρις να αποκαλύψει τα μυστικά της.
Νά και ο ήλιος σιωπηλός,
προβάλει μέσα από τους αιώνες
ακούραστος ταξιδιώτης,
σεμνός προσκυνητής
μυστηριακής συνάντησης.
Ο ήλιος,
που πάντα προσφέρει
φώς και γαλήνη
και ένα σίγουρο ουρανό.
Ιδού λοιπόν
άσπιλη, αμόλυντη,
άγραφο χαρτί,
μνήμη χωρίς παρελθόν
υποθήκη χωρίς μέλλον,
η καινούργια μέρα.
Η ιστορία έτοιμη
να καταγράψει τα σημερινά συμβάντα,
της φύσης τα σωστά
και του ανθρώπου τα λάθη.

Υστερόγραφο

Πού έχεις χαθεί;
Σε ποιά αφιλόξενη σχισμή;
Ολα, κομμάτια βέβαιης πίκρας
στεγνό πρόσωπο πικρό,
κόσμος αψηλάφητος
το ίδιο πικρός.
Δεν θα ‘ρθεις ποτέ ξανά.
Το σημειώμα σου συντριβή.
Η αγάπη γέμισε μονόλογους,
η έκφραση παραίτηση,
ξεχασμένη προσδοκία.
Περιφέρομαι στον ορισμό
εκρέουσας θλίψης,
στη νύχτα που άφησες πίσω,
στην σιωπή των λέξεων.
Φοβάμαι την σιωπή,
τα μαύρα ξέφωτα,
τις ανεπαρκείς αιτίες
αποτρόπαιας φυγής.
Δεν διεκδικώ
επίπλαστη αγάπη,
δεν θέλω να πιστέψω
το υστερόγραφο σου.
“Αρνούμαι την εξάντληση,
τις παλιές αγάπες,
εγώ κοιτάζω το διαυγές μέλλον μου,
μωρό μου αντίο”.

Αόρατο πέρασμα

Σε βλέπω που περνάς
μέσα από αόρατους διαδρόμους,
από τα σημάδια που αφήνεις
στα σημεία προορισμού,
προσεκτικά, σκόπιμα.
Μαντεύω τις λέξεις σου
με μια κυκλική ακολουθία
λογικών υποθέσεων.
Δεν ξοδεύεσαι ψεύτικα,
δεν ξεχνιέσαι σε οράματα,
συνειδητή η απουσία σου
απογράφεται εμπρόθεσμα.
Τα μηνύματα σου λιτά,
επιμελώς συμπαγή,
διακριτικά, ευπρόσιτα.
Δεν μιλάω συχνά μαζί σου,
δεν σε προσδιορίζουν
αποχρώντες υπαινιγμοί,
υποθετικά συμπεράσματα,
αλλά πρέπει να το πω.
Η σκέψη μου πάντα
φοράει κάτι δικό σου,
ένα μυστικό σου γέλιο
στη διαπασών.

Επαρκείς αιτίες

Με πληγώνει καμιά φορά
αυτή η σιωπή,
που δεν έχει επαρκείς
αιτίες ύπαρξης.
Κρύβω την ανάγκη
να διαπεράσω με μυστικά βήματα,
εκείνο το φράγμα της σιωπής σου.
Σου ζήτησα,
να μη μετράς την αντοχή μου
με χιλιόμετρα,
να μη σχεδιάζεις την μοναξιά μου
με χαμόγελα.
Υπερασπίζεις με υπεροψία
τις αισθήσεις σου
χωρίς επαρκή επιχειρήματα.
Η ψυχή μου,
μια θάλασσα σκότους
που δεν μπορείς πια
να την διαπλεύσεις.
Κουράστηκα τις αγάπες,
που σωπαίνουν,
τις λέξεις,
που τρίζουν από αχρηστία.
Με απομακρύνουν
οι βροχές θλίψης που μου χαρίζεις.
Τα μάτια μου
παγιδεύουν με δάκρυα
ένα βαθειά κρυμμένο μέλλον.

Το κουτί

Σου χάρισα σε ένα κουτί
ένα μικρούλι δώρο,
παλιές φωτογραφίες σου
δεμένες με κλωστούλα,
μικρό παιδί σαν ήσουνα
ψυχούλα μου, άγγελε μου
σαν τώρα νάναι που άκουγα
την πρώτη σου φωνούλα.

Σου χάρισα κι ένα σταυρό
που η μάνα μου είχε δώσει
μικρό παιδί σαν ήμουνα
άγγελος και ψυχή της,
άνοιξε τις φτερούγες σου
πέτα ψηλά ως τ΄άστρα
θα 'μαι για σένα ουρανός
λαμπρός αποσπερίτης.

Τώρα που μόνη σου μπορείς
και χτίζεις τα όνειρα σου
μη λησμονήσεις, να 'σαι φως
γλυκό σαν την αυγούλα,
σε ότι θελήσεις, θα 'ναι εδώ
ο γέρος σου πατέρας,
που ατέλειωτα σ αγάπαγε
σαν ήσουνα παιδούλα.

Κλαίω απόψε από χαρά
που ‘σαι ντυμένη στ΄άσπρα,
μα πιο πολύ αγαπούλα μου
σαν μούπες βουρκωμένη,
πατέρα κράτα το κουτί
περίσσιο είναι για μένα
το ακριβό το δώρο σου
ποτέ δεν θα το βγάλω.

Ζήλεια

Μια ξυραφιά αιμορραγούσα
στου μυαλού τα ακατανόητα
ανεπαίσθητα με εξαντλεί.
Είναι η ζήλεια.
Δεν αγαπώ το αίμα,
αγαπώ την πληγή
που είναι από σένα.
Η νύ
xτα απόψε,
ανεξήγητα με κάνει και πονάω.
Είναι η νύχτα που συνάντησες,
που κάθεται ανεξήγητα διπλα σου
και σου μιλάει.
Ολα τριγύρω,
μέσα στα φώτα είναι σκοτεινά,
το μόνο μου λευκό είσαι εσύ.
Αφησε με να σε αγγίξω,
να γίνω αποδέκτης της αγάπης σου,
να πορεύομαι μαζί σου
στο οπουδήποτε,
αρκεί να είμαι μαζί σου,
να μπορώ να αγγίζω το σχήμα σου.
Φίλα με
όπως την πρώτη φορά που σε γνώρισα
να κρεμαστεί ο ήλιος στα μάτια σου.
Μίλα μου
να παραδοθώ στη φωνή σου.

Τροπικός του αγνώστου

Εγώ όσο ζω θα σ’ αγαπώ
μαζεύω την αγάπη στάλα στάλα
να γίνει θάλασσα,
μαζεύω τα σύννεφα ένα ένα,
να γίνουν το πλοίο
που θα σε φέρει εδώ.
Σπουδή που ξέφυγε σε άγνωστες πτυχές,
σε χώρο θνητό, μοιρασμένο,
είναι το όνειρο.
Ηδονική φωνή σε μυστική αγκαλιά,
βουβή επιθυμία παλινόστησης
είναι το θαύμα.
Ακούσια καταδίκη χωρίς λόγο,
αρχαίο δράμα, ημιτελές,
χωρίς κάθαρση
είναι το μέγεθος του λυγμού.
Αν μ’ αγαπάς
διαπέρασε το κενό,
ανίχνευσε το πέπλο της θλίψης
και βρες το πρόσωπο μου,
δες το σχήμα της μελαγχολίας
σε άγνωστο τροπικό
χωρίς συντεταγμένες.
Εγώ όσο ζω θα σ’ αγαπώ,
με λαβωμένη την καρδιά
σε τόπο μακρινό και ξένο.

Αυτό μονάχα

Νύχτα απαλή από βελούδο εδώ,
εσύ να βλέπεις σε βόρεια πλάτη
φως από μακρυνούς γαλαξίες,
να πιστεύεις σε ένα θαύμα
και γω εδώ στη θαλπωρή μου
να βλέπω μεταχειρισμένα όνειρα.
Εσύ να παίζεις τη ζωή
σε παρτίδα με το χάρο
να θες να είσαι ο νικητής
και γω να είμαι ο χαμένος
της πλήξης και του κορεσμού.
Εσύ να είσαι ολομόναχος, ξένος
σε βαθυκύανο αδιάσπαστο ουρανό

στις κάτω χώρες,
να είναι όλα απελπισμένα μαύρα,
φωτεινές μαύρες ταμπέλες,
μαύροι φωτεινοί σηματοδότες
και γω εδώ, μακάριων βλεφάρων
άσπρος κύκλος.
Αναρωτιέμαι αμήχανος
πώς νά είναι μια ποδοπατημένη νύχτα
σε ξένη πόλη;
Πώς να είναι ένα κλάμα ή ένα τέλος;
Απλώνω αυθόρμητα τα χέρια,
προσπαθώ να αγγίξω τα δικά σου
τα κρύα από την αβεβαιότητα,
να τα ζεστάνω με μία ελπίδα,
με ένα ξημέρωμα, με μιαν ευχή.
Αυτό μονάχα.

Χωρισμός

Πόσες φορές μυστικά,
αυτά τα χέρια δεν τα χάϊδεψα
και γέμισε με φως η ζωή μου;
Πόσες φορές με άγγιξαν
της νιότης σου οι μυρωδιές
και γέμισαν με άρωμα
την μοναξιά μου;
Ξοδεύτηκες, δεν γελάς πιά,
όλη τη νύχτα έκλαιγες, σώπασες.
Το φως λιγόστεψε, κρύφτηκε,
βράδιασε γρήγορα
πάνω από τα κλειστά μου βλέφαρα.
Το άρωμα σου δεν φτάνει εδώ,
δεν έχω πρόσωπο να με σημαδέψει.
Η νύχτα καίει το πέπλο της,
στέκει εκστατική, γυμνή,
σμίγει με το άγρυπνο βλέμμα μου.
Δεν βρίσκω τη φωνή μου,
σαν ανοιχτό πουκάμισο
τυλίγομαι στην απουσία σου.
Ο έρωτας σταγόνα ινδάλματος
στην παλάμη του ουρανού,
σε χώρο ακατοίκητο, χωρίς σύνορα,
ανεξίτηλο παρελθόν.
Δεν φοβάμαι τη σιωπή,
τα σβησμένα φώτα φοβάμαι,
τα κλειστά λυπημένα παράθυρα,
τον στερνό καιρό.
Το καλοκαίρι πέρασε
βιαστικό, πικρό, στέρφο.
Η γεύση του χωρισμού
πικρή κι αυτή, γνώριμη
στα χείλη της ερημιάς.

Η κυρά Ολγα

Τα μεσημέρια
ανάμεσα στον ουρανό και στα σπίτια μας
γινόσουν σύννεφο.
Ενα σύννεφο ξεριζωμένο
από τις χαμένες πατρίδες,
από το Αϊβαλί αν θυμάμαι,
που κάποιος άγριος βοριάς
-δεν είναι της ώρας να λέμε ονόματα-
το κυνήγησε αλύπητα.
Μαζί με τούς χιλιάδες άλλους,
τους συγκριτικά τυχερούς
που γλύτωσαν τη σφαγή,
σε έφερε η τύχη σου στον Πειραιά.
Εκεί σε γνωρίσαμε, εκεί σε ζήσαμε,
στην οδό Κομοτηνής.
Νομίζαμε με τα μικρά μας μάτια
οτι ήσουν χιλίων χρονών,
οτι ήσουν αθάνατη,
γιατί και εμείς έτσι νομίζαμε,
οτι είμαστε αθάνατοι.
Μαθημένη από τα παλιά,
πιστή και υπάκουη στις παραδόσεις
γινόσουν φιλόξενη σκιά,
για να ξαποστάσουν όλοι,
οδοιπόροι και πραματευτάδες.
Είχες ένα γλυκό λόγο για τον καθένα,
πάντοτε πρόθυμη να δώσεις
ένα ποτήρι νερό, μια ανάσα.
Τα μικρά παιδιά,
-εμείς-
σε κυνηγούσαμε τα μεσημέρια,
όσοι την κοπανάγαμε
και δεν κοιμόμαστε,
άλλοτε με πέτρες και άλλοτε
με κείνα τα ντενεκάκια από γάλα,
και συ κυρά Ολγα γελούσες,
ακόμα και τότε γελούσες.
Δεν σου άρεσε να ‘σαι σκληρή,
ούτε καν για να γλυτώσεις από τις πέτρες.
Το γλυκό χαμόγελο σου,
μεγάλο σαν τον ουρανό
και σαν την καρδιά σου
τα χώραγε και τα σχωρνούσε όλα,
ακόμα και τις πέτρες.
Σε θυμήθηκα απόψε,
καθώς κάποιες μνήμες
βγήκαν σεργιάνι στο χτες,
θυμήθηκα εκείνο το σύννεφο
των παιδικων μου χρόνων
και θέλησα μετά από τόσα χρόνια
να σου ζητήσω συγγνώμη.

Πανσέληνη νύχτα

Πρώτα ήλθε το άρωμα σου,
μετά φάνηκε το πρόσωπο σου,
τα άλικα χείλη σου
όστρακα μαργαριταριών
να στολίζουν το χαμόγελο σου.
Τα πράσινα μάτια σου
δυό λαμπερές σταγόνες έρωτα
γεμάτα υπόσχεση.
Τα ξανθά σου μαλλιά,
λουσμένα στις πορφυρές
ηλιαχτίδες της δύσης.
Μου έδωσες το χέρι σου.
ηθελα να το κρατήσω
όλη τη νύχτα,
ήθελα να το κρατήσω
παντοτινά στο χρόνο.
Το σώμα σου είχε ενωθεί
με την πανσέληνη νύχτα,
η ίδια νύχτα ενώθηκε
με το δικό μου σώμα.
Ο έρωτας γέμισε το χώρο
με χιλιάδες φωνές,
εσύ και γω
τεμνόμενα σχήματα
δεν μιλήσαμε καθόλου.
Κανένας μας δεν έφυγε,
αποκοιμηθήκαμε.
Η μέρα άρχιζε χωρίς εμάς,
δεν μας ένοιαζε στάλα.

Το σημείωμα

Εξω φυσάει ο αγέρας
είναι ζεστά εδώ, ήσυχα,
αμυδρές λάμψεις εισχωρούν
από τις γρίλλιες, θα βρέξει,
με ξύπνησε ένα σφύριγμα
διερχόμενου πλοίου.
Αναψα το φως,
το σημείωμα σου στο τραπέζι
“θα ξαναγυρίσω “,
το διάβασα πολλές φορές,
όπως κάνουμε με τα δυσάρεστα,
όπως διαβάζουμε,
τα άσχημα νέα στην εφημερίδα.
Αδειασε το βλέμμα μου
,
το μάζεψα, το δίπλωσα προσεκτικά,
έτσι όπως διπλώνει η καρδιά
σε στιγμές ανασφάλειας.
Θα το φυλάξω,
δεν κατάλαβα γιατί έφυγες,
αναρωτιέμαι,
δεν είχες λείψει ποτέ,
δεν υπήρξε ποτέ εδώ
κανένα σύννεφο γκρίζο,
στο ξέφωτο μας δεν νύχτωνε νωρίς.
Εδώ ο πόνος δεν έκανε περίπατο,
δεν σταματούσε, ήταν πάντοτε ξένος,
τη σιωπή την κουβαλούσε μόνο η νύχτα.
Η νύχτα
και τα κλαδιά των γυμνών δέντρων.
Να ανοίξω τα παντζούρια,
να δω την αποψινή νύχτα,
ίσως να είναι η πρώτη,
που δεν θα μου χαμογελάσει
μετά από πολύ καιρό.
Το πρότυπο μου κλονίζεται
στην πιθανότητα της απώλειας,
έχουν περάσει πολλές ώρες,
έχεις αργήσει,
Φοβάμαι τις προβλέψεις.
Φοβάμαι,
μήπως κάποιος κρίκος,
που αόρατα μας δένει
έχει ανοίξει σε άγνωστο μέλλον.
Τρέμω,
μήπως σκόπιμα έχεις χαθεί
στα ερείπια της νύχτας.
Ενας κόμπος η βεβαιότητα,
στην αρχή της αμφιβολίας.
Eνας κόμπος μονάχα
και ένα σπασμένο είδωλο.