Τις άγρυπνες νύχτες μου
γινόμουν φως απαλό
και έφεγγα τα σκοτάδια σου.
Γλυκό νανούρισμα και προσευχή
στο προσκεφάλι σου,
γλαρώναν τα ματάκια σου
γαλήνευαν, κοιμόσουν.
Εσμιγες με τα όνειρα
στους ανθισμένους κήπους
των παραμυθιών.
Γινόσουν φως,
ένα κομμάτι φως της αυγής
που ξυπνούσες τον ήλιο.
Τα δυό μικρά σου χέρια
τρυφερά λουλουδάκια
κρίνα λευκά ευωδιαστά
έσταζαν στην ψυχή μου
το βελούδινο άρωμα τους.
Και τότε η καρδιά μου
γινόταν αγέρι και ταξίδευε
μέσα στα σύννεφα
σε απέραντους τόπους.
Και τότε τα μάτια μου
γίνονταν ουράνιο τοξο
να κρεμάσει ο ήλιος
τις γελαστές ακτίνες του.
Μεγάλωσες καρδούλα μου,
κάτι από την γαλήνη
που σου χάρισα,
κάτι απ’ την ευτυχία
που μου χάρισες
δεν χάθηκε, έχει μείνει.
Ερωτας
Δεν μιλάς
μέσα στο φως αιώνια ταξιδεύεις
άγρυπνα, καταλυτικά,
δεν έχεις σύνορα.
Δεν αφήνεις ίχνη
είσαι παντού,
από την αγάπη πιο δυνατός
μια σπίθα μέσα στο βλέμμα,
ένας δυνατός σφυγμός
ατελείωτου πόθου.
Δεν ακούς
μέσα σε κρυμμένους ρυθμούς
τα βήματα της σιωπής σου
προδίδουν την παρουσία σου.
Ζωγραφίζεις χαμόγελα
μυστικά, ένοχα,
σε αθώα πρόσωπα.
Τραγουδάς
ακούω το τραγούδι σου,
το τραγούδι του σύμπαντος
και των άστρων.
Με τα μάτια ανοικτά
στο ατέλειωτο ταξίδι
σε ακολουθώ.
Απλώνω το χέρι
μια ανοιχτή παλάμη,
ανυπόμονα, διψασμένα.
Ποτέ δεν σ αρνήθηκα,
κράτησε με, πάμε.
μέσα στο φως αιώνια ταξιδεύεις
άγρυπνα, καταλυτικά,
δεν έχεις σύνορα.
Δεν αφήνεις ίχνη
είσαι παντού,
από την αγάπη πιο δυνατός
μια σπίθα μέσα στο βλέμμα,
ένας δυνατός σφυγμός
ατελείωτου πόθου.
Δεν ακούς
μέσα σε κρυμμένους ρυθμούς
τα βήματα της σιωπής σου
προδίδουν την παρουσία σου.
Ζωγραφίζεις χαμόγελα
μυστικά, ένοχα,
σε αθώα πρόσωπα.
Τραγουδάς
ακούω το τραγούδι σου,
το τραγούδι του σύμπαντος
και των άστρων.
Με τα μάτια ανοικτά
στο ατέλειωτο ταξίδι
σε ακολουθώ.
Απλώνω το χέρι
μια ανοιχτή παλάμη,
ανυπόμονα, διψασμένα.
Ποτέ δεν σ αρνήθηκα,
κράτησε με, πάμε.
Πλήξη
Ολα ήσυχα και ήρεμα,
ένας κύκλος αδιέξοδος
με κέντρο την πλήξη
και ακτίνα την σιωπή.
Περιστρέφομαι
με ευλαβική ακρίβεια
χωρίς την πιθανότητα
παρέκκλισης.
Είσαι και συ εδώ,
είμαστε μαζί,
στον ίδιο κύκλο
ένας θίασος περαστικός,
εγκλωβισμένος,
χωρίς κομπάρσους
μονάχα εμείς, οι πρωταγωνιστές
σέ μόνιμα ίδιο σκηνικό, σε ίδια μοίρα.
Ο καθένας μας
φροντίζει την μοναξιά του,
το στόμα κλειστό, δεν μιλάμε.
Οδυνηρή η συνήθεια,
που έχει το σχήμα της αντοχής,
το φτηνό, το υποταγμένο.
Πλήγη οι γνώριμες
και αθόρυβες θύελλες,
η κατηφόρα.
Δύσκολο πράγμα
τα μάτια που δε κοιτούν πουθενά,
που έχουν ξεχάσει.
Είναι μεγάλη η νύχτα,
μεγάλη σκοτεινή και κρύα,
μη καρτεράς.
ένας κύκλος αδιέξοδος
με κέντρο την πλήξη
και ακτίνα την σιωπή.
Περιστρέφομαι
με ευλαβική ακρίβεια
χωρίς την πιθανότητα
παρέκκλισης.
Είσαι και συ εδώ,
είμαστε μαζί,
στον ίδιο κύκλο
ένας θίασος περαστικός,
εγκλωβισμένος,
χωρίς κομπάρσους
μονάχα εμείς, οι πρωταγωνιστές
σέ μόνιμα ίδιο σκηνικό, σε ίδια μοίρα.
Ο καθένας μας
φροντίζει την μοναξιά του,
το στόμα κλειστό, δεν μιλάμε.
Οδυνηρή η συνήθεια,
που έχει το σχήμα της αντοχής,
το φτηνό, το υποταγμένο.
Πλήγη οι γνώριμες
και αθόρυβες θύελλες,
η κατηφόρα.
Δύσκολο πράγμα
τα μάτια που δε κοιτούν πουθενά,
που έχουν ξεχάσει.
Είναι μεγάλη η νύχτα,
μεγάλη σκοτεινή και κρύα,
μη καρτεράς.
Ενσταντανέ, που κάποτε...
Δεν μπορώ την απουσία σου,
μετράω ξαναμετράω,
δώδεκα.
Υστερα αφήνεις,
ένα μυστήριο να έρχεται,
παραμένεις πίσω,
σιωπηλή, απόμακρη.
Το πρόσωπο σου κρύβει
αναπότρεπτα, λίγο λοξά,
τη θέα της ψυχής σου.
Μεγάλη σκιά, ανάξια,
μια γωνίτσα ανθρώπινη,
ακόμα κατάφωτη,
ευκολύνει την κατάσταση.
Μιλάς, δεν ακούς,
δεν αποκρίνεσαι,
η μακροχρόνια ισορροπία
οδεύει σε ένα λεπτό σκοινί.
Ανάμεσα στο πρόσωπο σου
και στις αγρύπνιες μου
ανασαίνουν βαριά,
ακροβατούν οι νύχτες.
Με αόρατα χέρια, ολομόναχα,
μαζεύω την αίσθηση
εμφαίνουσας απουσίας.
Ενα ολόμαυρο πουλί
κρατάει κάτι δικό μας.
Είναι η αγάπη μας.
μετράω ξαναμετράω,
δώδεκα.
Υστερα αφήνεις,
ένα μυστήριο να έρχεται,
παραμένεις πίσω,
σιωπηλή, απόμακρη.
Το πρόσωπο σου κρύβει
αναπότρεπτα, λίγο λοξά,
τη θέα της ψυχής σου.
Μεγάλη σκιά, ανάξια,
μια γωνίτσα ανθρώπινη,
ακόμα κατάφωτη,
ευκολύνει την κατάσταση.
Μιλάς, δεν ακούς,
δεν αποκρίνεσαι,
η μακροχρόνια ισορροπία
οδεύει σε ένα λεπτό σκοινί.
Ανάμεσα στο πρόσωπο σου
και στις αγρύπνιες μου
ανασαίνουν βαριά,
ακροβατούν οι νύχτες.
Με αόρατα χέρια, ολομόναχα,
μαζεύω την αίσθηση
εμφαίνουσας απουσίας.
Ενα ολόμαυρο πουλί
κρατάει κάτι δικό μας.
Είναι η αγάπη μας.
Πάρε με από εδώ
Από τον κόσμο μόνη, δεν μπόρεσες,
περίμενες μέρες ολόκληρες,
λησμόνησες.
Μια φωνή παρακαλάει
πάρε με από εδώ.
Υστερα χιλιάδες υποσχέσεις
παρήγορες, προσμένουν.
Δεν τρομάζουν πια οι λέξεις
στο στόχαστρο του βιασμού σου.
Τρυφερές αναβολές
χωρίς ανταπόκριση
παρακάμπτουν την μνήμη.
Μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι
τα βήματα να πλησιάζουν.
Μπορείς ακόμα να ελπίζεις
σε μισοσβησμένα όνειρα.
Δεν ωφελεί να συντηρείς
την πιθανότητα προσέγγισης,
απέναντι στην υπερβολή σου
έχει υψωθεί
ένα φράγμα σιωπής.
Δεν νοσταλγώ, δεν θυμάμαι,
κοιτάζω τον ουρανό
χωρίς σκοπό
και ταξιδεύω.
περίμενες μέρες ολόκληρες,
λησμόνησες.
Μια φωνή παρακαλάει
πάρε με από εδώ.
Υστερα χιλιάδες υποσχέσεις
παρήγορες, προσμένουν.
Δεν τρομάζουν πια οι λέξεις
στο στόχαστρο του βιασμού σου.
Τρυφερές αναβολές
χωρίς ανταπόκριση
παρακάμπτουν την μνήμη.
Μπορείς ακόμα να ονειρεύεσαι
τα βήματα να πλησιάζουν.
Μπορείς ακόμα να ελπίζεις
σε μισοσβησμένα όνειρα.
Δεν ωφελεί να συντηρείς
την πιθανότητα προσέγγισης,
απέναντι στην υπερβολή σου
έχει υψωθεί
ένα φράγμα σιωπής.
Δεν νοσταλγώ, δεν θυμάμαι,
κοιτάζω τον ουρανό
χωρίς σκοπό
και ταξιδεύω.
Δυό μάτια
Κοιτούσε συνέχεια
στο αριστερό του χέρι.
Εκεί που κανονικά
θα έπρεπε να υπήρχε το ρολόι του,
που κάποτε δεν έφτανε ο χρόνος.
Πάλι είχε αργήσει,
δεν το υποψιαζόταν,
ήταν σίγουρος.
Εξω δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος.
Το ίδιο και μέσα.
Αγωνιούσε,
μια αγωνία παράξενη, βουβή.
Διάχυτες, σταγόνες ιδρώτα
σε όλο του το πρόσωπο.
Η φωτογραφία της παλιά,
τον κόιταζε επίμονα.
Ενα χαμόγελο αλλοτινό,
ήσυχο, θλιμένο,
σαν ήλιος χειμωνιάτικος,
ήξερε.
Και εκείνος ήξερε,
πως θα αργούσε,
ίσως και να μην ερχόταν.
Ολος ο κόσμος του
δυό κυπαρισσένια μάτια,
ακίνητα, ξεθωριασμένα.
Πέρασαν δυό χρόνια,
δυό αιώνες, δυό στιγμές.
Δυό μάτια
σε κορνίζα λευκή,
από ατόφιο πεντελικό μάρμαρο.
στο αριστερό του χέρι.
Εκεί που κανονικά
θα έπρεπε να υπήρχε το ρολόι του,
που κάποτε δεν έφτανε ο χρόνος.
Πάλι είχε αργήσει,
δεν το υποψιαζόταν,
ήταν σίγουρος.
Εξω δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος.
Το ίδιο και μέσα.
Αγωνιούσε,
μια αγωνία παράξενη, βουβή.
Διάχυτες, σταγόνες ιδρώτα
σε όλο του το πρόσωπο.
Η φωτογραφία της παλιά,
τον κόιταζε επίμονα.
Ενα χαμόγελο αλλοτινό,
ήσυχο, θλιμένο,
σαν ήλιος χειμωνιάτικος,
ήξερε.
Και εκείνος ήξερε,
πως θα αργούσε,
ίσως και να μην ερχόταν.
Ολος ο κόσμος του
δυό κυπαρισσένια μάτια,
ακίνητα, ξεθωριασμένα.
Πέρασαν δυό χρόνια,
δυό αιώνες, δυό στιγμές.
Δυό μάτια
σε κορνίζα λευκή,
από ατόφιο πεντελικό μάρμαρο.
Αλαζονεία
Κάτω από την αλαζονεία σου
διαγράφονται οι ρωγμές σου.
Η ανατομία της ψυχής
σκοτεινή, δύσκολη υπόθεση.
Εθελοτυφλείς,
υπομένεις αμετάβλητες καταστάσεις,
που εποπτεύουν την ακινησία σου.
Αυτονόητη η άρνηση,
όταν αποφασίζουν οι άλλοι.
Τα χέρια άγνωστα, ξένα,
ξένα και τα φιλιά
λαθρεπιβάτες χωρίς αποσκευές,
σε λάθος πλοίο.
Σε τοίχο συμπαγή,
χωρίς ανοίγματα,
κλεισμένος, φυλακισμένος
από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Το κλειδί λησμονημένο
στο νοητό περβάζι της φυλακής σου.
Ο γαλανός ουρανός,
ο τόσο ταπεινός
είναι το όριο που ποτέ
δεν θα αγγίξεις.
Η αλαζονεία σου
είναι εκείνος ο τοίχος,
ο συμπαγής της μοναξιάς σου.
διαγράφονται οι ρωγμές σου.
Η ανατομία της ψυχής
σκοτεινή, δύσκολη υπόθεση.
Εθελοτυφλείς,
υπομένεις αμετάβλητες καταστάσεις,
που εποπτεύουν την ακινησία σου.
Αυτονόητη η άρνηση,
όταν αποφασίζουν οι άλλοι.
Τα χέρια άγνωστα, ξένα,
ξένα και τα φιλιά
λαθρεπιβάτες χωρίς αποσκευές,
σε λάθος πλοίο.
Σε τοίχο συμπαγή,
χωρίς ανοίγματα,
κλεισμένος, φυλακισμένος
από τον ίδιο σου τον εαυτό.
Το κλειδί λησμονημένο
στο νοητό περβάζι της φυλακής σου.
Ο γαλανός ουρανός,
ο τόσο ταπεινός
είναι το όριο που ποτέ
δεν θα αγγίξεις.
Η αλαζονεία σου
είναι εκείνος ο τοίχος,
ο συμπαγής της μοναξιάς σου.
Σε ακολουθώ
Σε ακολουθώ με φόβο.
Χάνομαι στα μοιραία λάθη σου,
στην ολοένα εντεινόμενη
ανεπάρκεια σου.
Τα ίχνη που οδηγούν
σε προοπτική αναγέννησης
με οδηγούν, επισπεύδω.
Σε έναν σκοτεινό κύκλο
με αμυδρό φως,
η πιθανότητα να σε συναντήσω
αμφίβολη.
Το απλό είναι το δύσκολο.
Η σιωπή,
όταν δεν πρέπει να μιλάς.
Ο λόγος,
όταν δεν πρέπει να σωπαίνεις.
Δεν μπορεί να είναι αλλιώς,
η σοφία
είναι η αίγλη της αγιοσύνης,
μία κυρίαρχη διαδικασία
που χρειάζεται χρόνο,
για να μετουσιωθεί.
Γυρίζω στην ανατολή σου,
στο μηδέν και στο άπειρο
αιωρούμενος, χαμένος.
Φοβάμαι.
Χάνομαι στα μοιραία λάθη σου,
στην ολοένα εντεινόμενη
ανεπάρκεια σου.
Τα ίχνη που οδηγούν
σε προοπτική αναγέννησης
με οδηγούν, επισπεύδω.
Σε έναν σκοτεινό κύκλο
με αμυδρό φως,
η πιθανότητα να σε συναντήσω
αμφίβολη.
Το απλό είναι το δύσκολο.
Η σιωπή,
όταν δεν πρέπει να μιλάς.
Ο λόγος,
όταν δεν πρέπει να σωπαίνεις.
Δεν μπορεί να είναι αλλιώς,
η σοφία
είναι η αίγλη της αγιοσύνης,
μία κυρίαρχη διαδικασία
που χρειάζεται χρόνο,
για να μετουσιωθεί.
Γυρίζω στην ανατολή σου,
στο μηδέν και στο άπειρο
αιωρούμενος, χαμένος.
Φοβάμαι.
Κύμβαλον αλαλάζον*
Απεχθάνομαι
τα βαριά πεπόνια,
δύσπεπτα και ομοιοκατάληκτα
βλάπτουν μετά βεβαιότητος.
Απελθέτω
ανθρώπους δήθεν,
ερωτικά κύμβαλα αλαλάζοντα,
θεαματικούς φανφαρόνους,
κομπορρήμονες της αγάπης.
Υψωσε τα χέρια σου μόνο,
άφησε ήσυχο το ανάστημα σου,
χαμήλωσε το βλέμμα
γήινε επιλήσμονα,
χους ην και εις χουν απελεύσεις.
Κλίμα υπεροψίας δυσπροσάρμοστο,
αναγωγή στο μηδέν.
Eίσαι ο εαυτός σου;
Και εκείνο το ανάποδο;
Επίδειξη υπεροχής, χα!
Αγάπα τον ανώτερο,
αγκάλιασε τον ίσο,
παραδέξου τον από κάτω.
Ενδεχομένως,
μη γέγονας χαλκός ηχών.
*Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και
των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα
χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον
(Α' Προς Κορινθίους Κεφ. ΙΓ')
τα βαριά πεπόνια,
δύσπεπτα και ομοιοκατάληκτα
βλάπτουν μετά βεβαιότητος.
Απελθέτω
ανθρώπους δήθεν,
ερωτικά κύμβαλα αλαλάζοντα,
θεαματικούς φανφαρόνους,
κομπορρήμονες της αγάπης.
Υψωσε τα χέρια σου μόνο,
άφησε ήσυχο το ανάστημα σου,
χαμήλωσε το βλέμμα
γήινε επιλήσμονα,
χους ην και εις χουν απελεύσεις.
Κλίμα υπεροψίας δυσπροσάρμοστο,
αναγωγή στο μηδέν.
Eίσαι ο εαυτός σου;
Και εκείνο το ανάποδο;
Επίδειξη υπεροχής, χα!
Αγάπα τον ανώτερο,
αγκάλιασε τον ίσο,
παραδέξου τον από κάτω.
Ενδεχομένως,
μη γέγονας χαλκός ηχών.
*Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και
των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα
χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον
(Α' Προς Κορινθίους Κεφ. ΙΓ')
Πένυ
Λάμπει η απουσία σου
έγινε αισθητή, σε αποκάλυψε.
Ολοι ήταν εδώ,
φωνές από παντού
αδηφάγες, αιχμηρές,
τρυπούσαν το κρανίο.
Η ιστορία τελείωνε χωρίς ίχνη,
χωρίς επίδραση,
με συνοπτκές διαδικασίες.
Οι τρείς άνθρωποι πέρασαν
αμίλητοι,
χάθηκαν στο βάθος.
Υστερα σιωπή
κανείς δεν είπε κάτι.
Η στίβα με τα έγγραφα
δεν ενδιέφερε πια κανένα,
κοκκολόι μαζεμένο ένα-ένα
με ιδιαίτερη προσοχή,
θα μετακόμιζε
σε κάδους ανακύκλωσης.
Εκανε κρύο.
Σε είδα να περπατάς χαμένη,
με τα χέρια δεμένα,
κατακίτρινη.
Ενα μακρύ κομμάτι ενοχής
είχε αρχίσει να απλώνεται
φως στις σκιές.
Μια εκδικητική γαλήνη
είχε απλωθεί στον ημιόροφο.
Το ζεϊμπέκικο της Κατίνας
είχε λάθος βήματα.
Ενοχη, χρόνια επτά.
έγινε αισθητή, σε αποκάλυψε.
Ολοι ήταν εδώ,
φωνές από παντού
αδηφάγες, αιχμηρές,
τρυπούσαν το κρανίο.
Η ιστορία τελείωνε χωρίς ίχνη,
χωρίς επίδραση,
με συνοπτκές διαδικασίες.
Οι τρείς άνθρωποι πέρασαν
αμίλητοι,
χάθηκαν στο βάθος.
Υστερα σιωπή
κανείς δεν είπε κάτι.
Η στίβα με τα έγγραφα
δεν ενδιέφερε πια κανένα,
κοκκολόι μαζεμένο ένα-ένα
με ιδιαίτερη προσοχή,
θα μετακόμιζε
σε κάδους ανακύκλωσης.
Εκανε κρύο.
Σε είδα να περπατάς χαμένη,
με τα χέρια δεμένα,
κατακίτρινη.
Ενα μακρύ κομμάτι ενοχής
είχε αρχίσει να απλώνεται
φως στις σκιές.
Μια εκδικητική γαλήνη
είχε απλωθεί στον ημιόροφο.
Το ζεϊμπέκικο της Κατίνας
είχε λάθος βήματα.
Ενοχη, χρόνια επτά.
Πευκί
Μοσχοβολά το πεύκο
και η θάλασσα.
Παρατεταγμένα στο μώλο
λευκά,
ξαποσταίνουν τα καΐκια.
Τριγύρω οι γλάροι καραδοκούν
σε ένα τριανταφυλλί απόγευμα.
Πλησιάζει η ώρα της αναχώρησης,
οι Αιγύπτιοι ναύτες
με την μυρωδιά του ψαριού
και της αλμύρας στο πετσί τους
πανέτοιμοι
περιμένουν τον καπετάνιο.
Ο ήλιος της δύσης, το σύνθημα.
Στην ψαρόσκαλα
με τα αμυδρά φώτα
και τις φωνές των εμπόρων
θα ξεκινήσει πάλι
η επόμενη μέρα.
Ο ουρανός
δεμένος σε εκείνο τον κάβο
ένα μικρό γαλάζιο στόμα
έτοιμο να σε φιλήσει.
Η προκυμαία βρέχει
τα γυμνά της πόδια
στό διάφανο ακρογιάλι.
Ολα είναι έτοιμα
στη βοή των χρωμάτων,
στάσου
δωσ’ μου το χέρι σου.
και η θάλασσα.
Παρατεταγμένα στο μώλο
λευκά,
ξαποσταίνουν τα καΐκια.
Τριγύρω οι γλάροι καραδοκούν
σε ένα τριανταφυλλί απόγευμα.
Πλησιάζει η ώρα της αναχώρησης,
οι Αιγύπτιοι ναύτες
με την μυρωδιά του ψαριού
και της αλμύρας στο πετσί τους
πανέτοιμοι
περιμένουν τον καπετάνιο.
Ο ήλιος της δύσης, το σύνθημα.
Στην ψαρόσκαλα
με τα αμυδρά φώτα
και τις φωνές των εμπόρων
θα ξεκινήσει πάλι
η επόμενη μέρα.
Ο ουρανός
δεμένος σε εκείνο τον κάβο
ένα μικρό γαλάζιο στόμα
έτοιμο να σε φιλήσει.
Η προκυμαία βρέχει
τα γυμνά της πόδια
στό διάφανο ακρογιάλι.
Ολα είναι έτοιμα
στη βοή των χρωμάτων,
στάσου
δωσ’ μου το χέρι σου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)