Κοιτούσε συνέχεια
στο αριστερό του χέρι.
Εκεί που κανονικά
θα έπρεπε να υπήρχε το ρολόι του,
που κάποτε δεν έφτανε ο χρόνος.
Πάλι είχε αργήσει,
δεν το υποψιαζόταν,
ήταν σίγουρος.
Εξω δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος.
Το ίδιο και μέσα.
Αγωνιούσε,
μια αγωνία παράξενη, βουβή.
Διάχυτες, σταγόνες ιδρώτα
σε όλο του το πρόσωπο.
Η φωτογραφία της παλιά,
τον κόιταζε επίμονα.
Ενα χαμόγελο αλλοτινό,
ήσυχο, θλιμένο,
σαν ήλιος χειμωνιάτικος,
ήξερε.
Και εκείνος ήξερε,
πως θα αργούσε,
ίσως και να μην ερχόταν.
Ολος ο κόσμος του
δυό κυπαρισσένια μάτια,
ακίνητα, ξεθωριασμένα.
Πέρασαν δυό χρόνια,
δυό αιώνες, δυό στιγμές.
Δυό μάτια
σε κορνίζα λευκή,
από ατόφιο πεντελικό μάρμαρο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου