Πέρασε ακόμα ένας χρόνος
μαζί όλες οι στιγμές
οι κοντινές και οι αλαργινές,
στην επιφάνεια ανάγλυφες
οι δικές μου οι μυστικές
και οι μοιρασμένες
σαν άνοιγα την καρδιά μου.
Ο χρόνος που μεγαλώνω,
δεν θλίβομαι, δεν μελαγχολώ
πιστός φίλος μαζί και ελεύθερος
με έκανε να συμφιλιωθώ
με ότι πιο πολύ φοβόμουν
τον όλεθρο και το χάος.
Τίποτα δεν είναι άσχημο
όταν αισθάνομαι
την ελπίδα και τον κόσμο,
τις βαθιές ημέρες και τις νύχτες
γόνιμες και άγονες,
μια διαρκή παρουσία.
Αρχές Δεκέμβρη
κάτι ολότελα δικό μου
τα πολλόστα μου γενέθλια.
Κλείνω ακόμα ένα χρόνο,
είμαι εδώ.
Εμεινα εδώ
Εμεινα εδώ όπως με άφησες
με πληγωμένη την καρδιά
και μαύρα σύννεφα στον ουρανό,
όλα σιγά σιγά έχουν φύγει,
χάθηκαν, σκόρπισαν μακρυά.
Σε όσους με ρωτούν λέω πως είσαι εδώ
και κρυφά κυλάνε δάκρυα
στο σκοτεινό μου πρόσωπο.
Μη τους το πεις να μη το μάθουν
πως τους είπα ψέματα,
εγώ μονάχα ξέρω πως μένει εδώ
στο άδειο σπίτι το σκοτάδι
και μια ατέλειωτη πικρή σιωπή.
Ολα γύρω είναι νύχτα
και όλα έχουν το χρώμα της,
ψηλαφίζω το παρελθόν μου
να βρω το δικό μου χρώμα
μα βρίσκω μόνο το δικό σου
μαύρο, νωπό, ίδιο με της νύχτας.
Την κάθε μου επιθυμία ζητώ,
άδεια η αφή, δεν υπάρχει,
δεν έχει άκρη να μπορέσω
να βγω να χαιρετήσω το αύριο,
επαίτης για ένα ταξίδι στο φως.
Κάτι μου λέει πως θα γυρίσεις
έμεινα εδώ για να με ξαναβρείς.
με πληγωμένη την καρδιά
και μαύρα σύννεφα στον ουρανό,
όλα σιγά σιγά έχουν φύγει,
χάθηκαν, σκόρπισαν μακρυά.
Σε όσους με ρωτούν λέω πως είσαι εδώ
και κρυφά κυλάνε δάκρυα
στο σκοτεινό μου πρόσωπο.
Μη τους το πεις να μη το μάθουν
πως τους είπα ψέματα,
εγώ μονάχα ξέρω πως μένει εδώ
στο άδειο σπίτι το σκοτάδι
και μια ατέλειωτη πικρή σιωπή.
Ολα γύρω είναι νύχτα
και όλα έχουν το χρώμα της,
ψηλαφίζω το παρελθόν μου
να βρω το δικό μου χρώμα
μα βρίσκω μόνο το δικό σου
μαύρο, νωπό, ίδιο με της νύχτας.
Την κάθε μου επιθυμία ζητώ,
άδεια η αφή, δεν υπάρχει,
δεν έχει άκρη να μπορέσω
να βγω να χαιρετήσω το αύριο,
επαίτης για ένα ταξίδι στο φως.
Κάτι μου λέει πως θα γυρίσεις
έμεινα εδώ για να με ξαναβρείς.
Στο έλεος του χρόνου
Παράπονο, στα σκοτεινά
του δρόμου τα στενά διαβαίνουν,
σωπαίνουν οι χαρές.
Είναι μπροστά τα χνάρια
ταξιδεύουν στη μέθη του αγνώστου,
ασχημάτιστα σαν μέλλον,
σαν κύμα που δεν ξέρεις που θα βγεί
και αναμένεις τον ερχομό,
αμετακίνητος και αφουγκράζεσαι.
Κράτησε την επιθυμία
που ταράζει τη συνήθεια
και πλέκει υφάδι το παράπονο
να μη φθείρεται.
Δεν νοιώθει τίποτα η καρδιά
σε τούτη εδώ την αγκωνή
εκτεθειμένη.
Κάτι αλλόκοτες υποσχέσεις
μαζεύονται και μας θυμούνται
από υποχρέωση.
Στο έλεος του χρόνου
στάζουν οι στιγμές έρωτα.
του δρόμου τα στενά διαβαίνουν,
σωπαίνουν οι χαρές.
Είναι μπροστά τα χνάρια
ταξιδεύουν στη μέθη του αγνώστου,
ασχημάτιστα σαν μέλλον,
σαν κύμα που δεν ξέρεις που θα βγεί
και αναμένεις τον ερχομό,
αμετακίνητος και αφουγκράζεσαι.
Κράτησε την επιθυμία
που ταράζει τη συνήθεια
και πλέκει υφάδι το παράπονο
να μη φθείρεται.
Δεν νοιώθει τίποτα η καρδιά
σε τούτη εδώ την αγκωνή
εκτεθειμένη.
Κάτι αλλόκοτες υποσχέσεις
μαζεύονται και μας θυμούνται
από υποχρέωση.
Στο έλεος του χρόνου
στάζουν οι στιγμές έρωτα.
Τρελός για σένα
Λησμόνησε με,
τα γραμμένα της μοίρας, τα θλιμένα
δίχως έπαρση σβήσε.
Αθόρυβο να μη πονέσει βέλος
στείλε να με συναντήσει,
μονάκριβη αγάπη δίχως στίλβη.
Αβάσταχτο λευκό χαρτί
που πια δεν με σώζει ,
δεν με αγγίζει καιρό τώρα
κανένας λόγος.
Το σκίρτημα που έχει πεθάνει,
ο κακός καιρός, η ησυχία.
Δεν μπορώ πια να σ αγαπώ
να πονέσω μαζί σου ή να χαρώ,
έχω διαιρεθεί.
Να είσαι καλά μικρή μου
εκεί που ταξιδεύεις,
και άσε εδώ στην περηφάνεια
να χάνονται τα όνειρα.
Εδώ στην ασήμαντη ζωή
στην άγνοια που με θέλγει,
να κλαίω σαν μικρό παιδί
τρελος για σένα
να πεθαίνω.
τα γραμμένα της μοίρας, τα θλιμένα
δίχως έπαρση σβήσε.
Αθόρυβο να μη πονέσει βέλος
στείλε να με συναντήσει,
μονάκριβη αγάπη δίχως στίλβη.
Αβάσταχτο λευκό χαρτί
που πια δεν με σώζει ,
δεν με αγγίζει καιρό τώρα
κανένας λόγος.
Το σκίρτημα που έχει πεθάνει,
ο κακός καιρός, η ησυχία.
Δεν μπορώ πια να σ αγαπώ
να πονέσω μαζί σου ή να χαρώ,
έχω διαιρεθεί.
Να είσαι καλά μικρή μου
εκεί που ταξιδεύεις,
και άσε εδώ στην περηφάνεια
να χάνονται τα όνειρα.
Εδώ στην ασήμαντη ζωή
στην άγνοια που με θέλγει,
να κλαίω σαν μικρό παιδί
τρελος για σένα
να πεθαίνω.
Δεκαέξι
Σου χρωστάω την ψυχή μου
για το φωτεινό αστέρι
που γενναιόδωρα μου χάρισες
νύχτα καλή του Νοέμβρη.
Ανοιξα τα μάτια και είδα,
στα άδεια από καιρό
και έρημα χέρια
δειλά ξεπρόβαλε
το πιο εξαίσιο λουλούδι
και τότε γεννήθηκα ξανά.
Ο έρωτας ντύθηκε
με το πιο υπέροχο φόρεμα σου
νύχτα χειμωνιάτικη γλυκιά.
Δεν σταμάτησες εδώ,
ανάμεσα στο όνειρο
και στην πραγματικότητα,
σε μαγική σιωπή
μου δώρισες ακόμα
το πιο ζεστό φιλί σου
να τις στείλω,
και σαν ήλθε η αυγή
όλα τα χρώματα της μέρας.
Επέτειος σήμερα σαν τότε,
δεν λησμονιέται η χαρά
ούτε η μνήμη ενός φιλιού,
τα περασμένα.
Κι αν η αγάπη δεν είναι εδώ
μυστικά σαν από θαύμα
ακόμα καίει.
για το φωτεινό αστέρι
που γενναιόδωρα μου χάρισες
νύχτα καλή του Νοέμβρη.
Ανοιξα τα μάτια και είδα,
στα άδεια από καιρό
και έρημα χέρια
δειλά ξεπρόβαλε
το πιο εξαίσιο λουλούδι
και τότε γεννήθηκα ξανά.
Ο έρωτας ντύθηκε
με το πιο υπέροχο φόρεμα σου
νύχτα χειμωνιάτικη γλυκιά.
Δεν σταμάτησες εδώ,
ανάμεσα στο όνειρο
και στην πραγματικότητα,
σε μαγική σιωπή
μου δώρισες ακόμα
το πιο ζεστό φιλί σου
να τις στείλω,
και σαν ήλθε η αυγή
όλα τα χρώματα της μέρας.
Επέτειος σήμερα σαν τότε,
δεν λησμονιέται η χαρά
ούτε η μνήμη ενός φιλιού,
τα περασμένα.
Κι αν η αγάπη δεν είναι εδώ
μυστικά σαν από θαύμα
ακόμα καίει.
Μονολογώ
Μονολογώ με φωνή φθίνουσα.
Με κατάπληξη εξακριβώνω,
πως είμαι εντελώς μόνος
με σένα πλάϊ μου.
Τόση προσπάθεια θρυμματίζεται
σε αμετακίνητη επιφάνεια,
λησμονημένη.
Επιμένω αδιάφορα,
φθείρομαι, αντιστρέφομαι,
κρατάς τα μυστικά σου.
Μπορεί να έμεινα χωρίς εναλλαγές,
να μη προσπέρασα τις ενοχές,
μα η ψυχή μου έχει μουσκέψει
από μία αλλόκοτη και επίμονη βροχή
συγκρίσεων και υποσχέσεων.
Με τον καιρό λευκάνθηκε η υπομονή,
δεν είχε τοίχο να κρυφτεί, μήτε αγωνία
αθόρυβα ησύχασε.
Δεν είναι από απόγνωση
που σκαρφαλώνω και συναντώ
καρσί τον εαυτό μου,
δεν είναι από απελπισία,
από μία παράξενη λύπη είναι
που όλα έχουν καταρρεύσει.
Αποφεύγω να μιλήσω,
φυλακισμένος στο μαζί.
Μόνο τα μάτια επιθυμούν,
όταν γεμίζουν δάκρυα,
μεθούν στο φώς θλιμένα
και το κορμί ένα αφόρητο ρίγος.
Με κατάπληξη εξακριβώνω,
πως είμαι εντελώς μόνος
με σένα πλάϊ μου.
Τόση προσπάθεια θρυμματίζεται
σε αμετακίνητη επιφάνεια,
λησμονημένη.
Επιμένω αδιάφορα,
φθείρομαι, αντιστρέφομαι,
κρατάς τα μυστικά σου.
Μπορεί να έμεινα χωρίς εναλλαγές,
να μη προσπέρασα τις ενοχές,
μα η ψυχή μου έχει μουσκέψει
από μία αλλόκοτη και επίμονη βροχή
συγκρίσεων και υποσχέσεων.
Με τον καιρό λευκάνθηκε η υπομονή,
δεν είχε τοίχο να κρυφτεί, μήτε αγωνία
αθόρυβα ησύχασε.
Δεν είναι από απόγνωση
που σκαρφαλώνω και συναντώ
καρσί τον εαυτό μου,
δεν είναι από απελπισία,
από μία παράξενη λύπη είναι
που όλα έχουν καταρρεύσει.
Αποφεύγω να μιλήσω,
φυλακισμένος στο μαζί.
Μόνο τα μάτια επιθυμούν,
όταν γεμίζουν δάκρυα,
μεθούν στο φώς θλιμένα
και το κορμί ένα αφόρητο ρίγος.
Χωρίς αντίο
Ξινό φιλί καλό ταξίδι
να πάψει να πονάει η καρδιά
να γράφω στίχους όχι για σένα
και να πετώ με τα πουλιά,
ελεύθερος.
Χανόσουν πάντοτε τις Κυριακές
έμοιαζε η αγάπη σαν ψέμα,
τις άλλες μέρες
σε συναντήσεις αστραπές
τα λόγια μένανε μισά
μας χώριζε ο χρόνος
-έχω αργήσει-.
Η ζωή δεν ήταν ωραία
να περπατάμε μόνοι
και να σκορπίζουμε.
Χτες ακόμα στερνό φιλί,
στα χείλη νωπό,
ήρεμη όψη, ακίνητη,
μην κλαίς.
Δεν μας βαραίνει τίποτα,
δεν μας χρειάζεται η λύπη,
μονάχα η σιωπή.
Φύγαμε χωρίς αντίο.
να πάψει να πονάει η καρδιά
να γράφω στίχους όχι για σένα
και να πετώ με τα πουλιά,
ελεύθερος.
Χανόσουν πάντοτε τις Κυριακές
έμοιαζε η αγάπη σαν ψέμα,
τις άλλες μέρες
σε συναντήσεις αστραπές
τα λόγια μένανε μισά
μας χώριζε ο χρόνος
-έχω αργήσει-.
Η ζωή δεν ήταν ωραία
να περπατάμε μόνοι
και να σκορπίζουμε.
Χτες ακόμα στερνό φιλί,
στα χείλη νωπό,
ήρεμη όψη, ακίνητη,
μην κλαίς.
Δεν μας βαραίνει τίποτα,
δεν μας χρειάζεται η λύπη,
μονάχα η σιωπή.
Φύγαμε χωρίς αντίο.
Πικρός Νοέμβρης
Ελπίδα χελιδόνι μου
δεν σε άφηνε το μαύρο
να πετάξεις.
Σιγά και πάλι χαμήλωνες
και έσβηνες.
Οτι σε έτρεφε, η γλυκιά βοή,
η ήρεμη,
ο Θεΐκός παλμός,
έπαψε να υπάρχει.
Ηλθε η πικρή στιγμή σήμερα
κι ο ουρανός άλλαξε χρώμα,
δεν είναι πια γαλανός,
δεν είναι πια ουρανός.
Ο αιώνιος ύπνος σε πήρε,
πια δεν θα ζητάς.
Είδαν τα μάτια σου αρκετά,
μα πάντα υπήρχαν κι άλλα
που δεν πρόφτασες, δεν είδες.
Ανάμεσα μας αόρατος,
θα είσαι και θα περπατάς,
το γελαστό σου πρόσωπο,
τα σμιχτά σου φρύδια,
και εκείνο το γλυκό χαμόγελο
το γαλήνιο θα θυμόμαστε.
Η νοσταλγία μας
δεν θα αφήσει τον χρόνο
να σε ξεθωριάσει.
Καλό ταξίδι.
δεν σε άφηνε το μαύρο
να πετάξεις.
Σιγά και πάλι χαμήλωνες
και έσβηνες.
Οτι σε έτρεφε, η γλυκιά βοή,
η ήρεμη,
ο Θεΐκός παλμός,
έπαψε να υπάρχει.
Ηλθε η πικρή στιγμή σήμερα
κι ο ουρανός άλλαξε χρώμα,
δεν είναι πια γαλανός,
δεν είναι πια ουρανός.
Ο αιώνιος ύπνος σε πήρε,
πια δεν θα ζητάς.
Είδαν τα μάτια σου αρκετά,
μα πάντα υπήρχαν κι άλλα
που δεν πρόφτασες, δεν είδες.
Ανάμεσα μας αόρατος,
θα είσαι και θα περπατάς,
το γελαστό σου πρόσωπο,
τα σμιχτά σου φρύδια,
και εκείνο το γλυκό χαμόγελο
το γαλήνιο θα θυμόμαστε.
Η νοσταλγία μας
δεν θα αφήσει τον χρόνο
να σε ξεθωριάσει.
Καλό ταξίδι.
Εχω δουλειά
Ηταν ωραίο το ταξίδι
περπατήσαμε ανέμελα
σε δρόμους μυστικούς
οριοθετημένους
με εκείνη την παράξενη λογική
της αταξίας.
Ζήσαμε μιαν αγάπη σπάνια
σε απίστευτο βαθμό,
δεν λογαριάσαμε τίποτα.
H κάθε μας λέξη διαφορετική
μία μικρή έκρηξη τρυφερότητας.
Τώρα που οι λέξεις έγιναν βάρος
δες! πως άλλαξαν όλα!
κάθε προσπάθεια εγκλωβίζεται
στο ίδιο αμετακίνητο εμπόδιο
«έχω δουλειά».
Τίποτα δεν μοιάζει με το χτες,
το σήμερα έτοιμο να κλάψει
κατειλημμένο από σιωπή.
Η σκέψη μου ακίνητη
ανακυκλώνεται μέσα μου,
δεν μπορεί να με οδηγήσει πουθενά
και ούτε να ονειρευτεί.
Αυτά τα χέρια που σε χάϊδεψαν,
που σε περπάτησαν κάποτε
σε δρόμους ψυχής,
κάτι σαν φαντάσματα.
Είμαι μιά θλίψη
που σ αγαπάει ακόμα.
περπατήσαμε ανέμελα
σε δρόμους μυστικούς
οριοθετημένους
με εκείνη την παράξενη λογική
της αταξίας.
Ζήσαμε μιαν αγάπη σπάνια
σε απίστευτο βαθμό,
δεν λογαριάσαμε τίποτα.
H κάθε μας λέξη διαφορετική
μία μικρή έκρηξη τρυφερότητας.
Τώρα που οι λέξεις έγιναν βάρος
δες! πως άλλαξαν όλα!
κάθε προσπάθεια εγκλωβίζεται
στο ίδιο αμετακίνητο εμπόδιο
«έχω δουλειά».
Τίποτα δεν μοιάζει με το χτες,
το σήμερα έτοιμο να κλάψει
κατειλημμένο από σιωπή.
Η σκέψη μου ακίνητη
ανακυκλώνεται μέσα μου,
δεν μπορεί να με οδηγήσει πουθενά
και ούτε να ονειρευτεί.
Αυτά τα χέρια που σε χάϊδεψαν,
που σε περπάτησαν κάποτε
σε δρόμους ψυχής,
κάτι σαν φαντάσματα.
Είμαι μιά θλίψη
που σ αγαπάει ακόμα.
Να θυμάσαι
Κλείνω τα μάτια
σε μία απρόσμενη εγκατάλειψη,
τα ανοίγω πάλι, βλέπω τα ίδια.
Ταξιδεύω σε ωκεανούς
από μοναξιά και νύχτα,
χωρίς όνειρα,
μουντή η ελπίδα να σε ξαναβρώ.
Λέξη από το στόμα σου δεν λες,
βουβές οι στιγμές, εφιαλτικές,
μακρυά πάει ο δρόμος
πολύ μακρυά, δεν αρκεί.
Αναπότρεπτο πεπρωμένο,
εσύ ακολουθείς το οπουδήποτε
και εγώ δεν έχω προορισμό.
Θρυμματίζεις τη σιωπή σου
σε σύντομα σημειώματα,
δεν υπάρχεις,
η αγάπη πεθαίνει εντελώς μόνη
σε ανεπιτήδευτες λύπες.
Σε νίκησε ο φόβος
η κορεσμένη επιθυμία
ενός εγκαταλειμμένου πόθου.
Μακρυά από τον εαυτό μου
στο μηδέν της ύπαρξης
στο μεταίχμιο της φυγής
το σώμα έιναι έτοιμο
να πυρπολήσει την ψυχή μου.
σε μία απρόσμενη εγκατάλειψη,
τα ανοίγω πάλι, βλέπω τα ίδια.
Ταξιδεύω σε ωκεανούς
από μοναξιά και νύχτα,
χωρίς όνειρα,
μουντή η ελπίδα να σε ξαναβρώ.
Λέξη από το στόμα σου δεν λες,
βουβές οι στιγμές, εφιαλτικές,
μακρυά πάει ο δρόμος
πολύ μακρυά, δεν αρκεί.
Αναπότρεπτο πεπρωμένο,
εσύ ακολουθείς το οπουδήποτε
και εγώ δεν έχω προορισμό.
Θρυμματίζεις τη σιωπή σου
σε σύντομα σημειώματα,
δεν υπάρχεις,
η αγάπη πεθαίνει εντελώς μόνη
σε ανεπιτήδευτες λύπες.
Σε νίκησε ο φόβος
η κορεσμένη επιθυμία
ενός εγκαταλειμμένου πόθου.
Μακρυά από τον εαυτό μου
στο μηδέν της ύπαρξης
στο μεταίχμιο της φυγής
το σώμα έιναι έτοιμο
να πυρπολήσει την ψυχή μου.
Και ύστερα τίποτα
Μια μέρα θα ανοίξω την πόρτα
και θα ‘ρθω να σε βρω
θα ‘ναι τα χέρια μου άδεια,
μα θα σου φέρω ένα χαμόγελο
όσο μπορώ πιο όμορφο,
στερνό πριν απ΄ το τέλος.
Εσύ που ξέρεις πως σ΄ αγάπησα
τις δύσκολες και αλλόκοτες στιγμές,
με περισσή φροντίδα να το φυλάξεις.
Τα βήματα μου θα ηχήσουν
για τελευταία ίσως φορά,
και θα κοιτώ στον ουρανό
τον καρφωμένο ήλιο μου
που θα σωριαστεί στη δύση.
Τα μάτια δεν θα δακρύσουν,
θα έχω καλή διάθεση,
μη κάνω λάθος, προπαντός καλή,
καθόλου μελαγχολική.
Θα ακουμπήσω την καρδιά μου
υπομονετικά στα χέρια σου
και με διεσταλμένες αισθήσεις
θα σε αποχαιρετήσω.
Υστερα τίποτα
μοιάζει με ψέμα
δεν θα έλθω ξανά ποτέ,
θα βγω στο δρόμο για τη λήθη,
αντίκρυ θα ‘ναι η θάλασσα γαλήνια,
γύρω στο χώμα κίτρινα αγκάθια
και κάπου ήσυχα
το πέτρινο χαμόγελο
το φυλαγμένο.
και θα ‘ρθω να σε βρω
θα ‘ναι τα χέρια μου άδεια,
μα θα σου φέρω ένα χαμόγελο
όσο μπορώ πιο όμορφο,
στερνό πριν απ΄ το τέλος.
Εσύ που ξέρεις πως σ΄ αγάπησα
τις δύσκολες και αλλόκοτες στιγμές,
με περισσή φροντίδα να το φυλάξεις.
Τα βήματα μου θα ηχήσουν
για τελευταία ίσως φορά,
και θα κοιτώ στον ουρανό
τον καρφωμένο ήλιο μου
που θα σωριαστεί στη δύση.
Τα μάτια δεν θα δακρύσουν,
θα έχω καλή διάθεση,
μη κάνω λάθος, προπαντός καλή,
καθόλου μελαγχολική.
Θα ακουμπήσω την καρδιά μου
υπομονετικά στα χέρια σου
και με διεσταλμένες αισθήσεις
θα σε αποχαιρετήσω.
Υστερα τίποτα
μοιάζει με ψέμα
δεν θα έλθω ξανά ποτέ,
θα βγω στο δρόμο για τη λήθη,
αντίκρυ θα ‘ναι η θάλασσα γαλήνια,
γύρω στο χώμα κίτρινα αγκάθια
και κάπου ήσυχα
το πέτρινο χαμόγελο
το φυλαγμένο.
Ξέχασα να πω
Η θέα του κόσμου
με το χρωστήρα της φαντασίας
αλλάζει όψη.
Η ανάγκη του διαφορετικού,
γοητεύει κάθε φορά.
Η απαλοιφή
συνειδητή επιλογή ωραιοποίησης.
Ο ήχος των χρωμάτων απλώνεται
και σκεπάζει την ευτέλεια μας.
Λόγια επίπλαστα
με τα χείλη να τρέμουν
και αγωνιώδη ανασφάλεια
να κυριαρχεί γύρω.
Ιδανικός επαίτης δύσκολων καιρών
οριστικά χαμένων
έτσι για να τους θυμόμαστε.
Κίβδηλη αναγκαιότητα
μοιραία, μας βαραίνει
που δεν λέει να τελειώσει.
Ξέχασα να πω
πως η ζωή κυλούσε ηδονικά
σε μία αρυτίδωτη σχισμή
κατ’ εξακολούθηση.
Ας φανερωθούμε απόψε,
όταν οι άλλοι θα κρύβουν
την βαθιά τους μελαγχολία.
με το χρωστήρα της φαντασίας
αλλάζει όψη.
Η ανάγκη του διαφορετικού,
γοητεύει κάθε φορά.
Η απαλοιφή
συνειδητή επιλογή ωραιοποίησης.
Ο ήχος των χρωμάτων απλώνεται
και σκεπάζει την ευτέλεια μας.
Λόγια επίπλαστα
με τα χείλη να τρέμουν
και αγωνιώδη ανασφάλεια
να κυριαρχεί γύρω.
Ιδανικός επαίτης δύσκολων καιρών
οριστικά χαμένων
έτσι για να τους θυμόμαστε.
Κίβδηλη αναγκαιότητα
μοιραία, μας βαραίνει
που δεν λέει να τελειώσει.
Ξέχασα να πω
πως η ζωή κυλούσε ηδονικά
σε μία αρυτίδωτη σχισμή
κατ’ εξακολούθηση.
Ας φανερωθούμε απόψε,
όταν οι άλλοι θα κρύβουν
την βαθιά τους μελαγχολία.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)