Ομορφη μέρα

Σε γαλάζια θάλασσα
ταξιδεύει ο έρωτας
στην παλάμη σου.
Η σκιά σου δροσίζει
σαν άσπρο σύννεφο
τα μεσημέρια.
Ακόμα μία μέρα
ρέει ήσυχα
στα μάτια σου,
γλυκιά η σιωπή της.
Βάλσαμο η πνοή του αέρα
μετριάζει τον πόθο.
Τα χείλη σου υγρά, ηδονικά,
με διαπέρασε βιαστικά
ένα ρίγος.
Ελα να δείς,
εκείνο το γαρύφαλλο,
μου είπε καλημέρα.

Ενας χρόνος

Εκλεισα την πόρτα στο μπαλκόνι,
το άλμπουμ με τις φωτογραφίες μας
στο μικρό τραπέζι σκονισμένο,
έχω να το δω από τότε.
Σ αυτήν χαμογελάς,
σε μία άλλη στο Σούνιο
σου κρατώ το χέρι,
εδώ είμαστε στο πανηγύρι
στον προφήτη Ηλία,
στα πόδια μας όλη η Αθήνα,
στη μέση εμείς.
Πέρασε ακριβώς ένας χρόνος.
Γέμισα με ποτό το ποτήρι
έβαλα λίγο και για σένα,
δεν έπινες, το έβαλα έτσι
σαν να είσαι εδώ.
Ενας χρόνος ακριβώς,
πού νά ‘σαι άραγε απόψε;
Κοιτάζω γύρω
ανιχνεύω τα σημάδια σου,
σε βρίσκω παντού.
Θυμάμαι
σαν να ‘ταν τώρα
το τελευταίο φιλί σου,
το τελευταίο αντίο.
Οπου κοιτάζω
βλέπω κάτι δικό σου,
όλα είναι γεμάτα από σένα.
Η γωνιά δίπλα στη σκάλα
που σου άρεσε,
εκεί κοντά στο παράθυρο,
μόνο αυτή είναι άδεια.
Σκοτεινιάζει,
η νύχτα σε παίρνει
με αθόρυβη αγκαλιά
σε άλλη διάσταση.
Δεν έπρεπε να σε θυμηθώ,
δεν έπρεπε.
Ξεχάστηκα πολύ
με τις φωτογραφίες,
πήγα στην πόρτα
την άνοιξα να μπεί λίγος αέρας.
Μπήκε πάλι η νύχτα,
η αγκαλιά της ήταν άδεια.

Το ψέμα

Τα παιδιά στην αλάνα
μαζεύουν πέτρες
τις πετάνε στα τζάμια,
ο πρωΐνός αέρας
μπαίνει από τα ανοίγματα
φτάνει στο πρόσωπο μου κομμάτια,
δεν με δροσίζει.
Είμαι κλεισμένος μέσα
τρελός από μοναξιά,
δεν θέλω να σε δώ.
Εξω από την πόρτα
στην ασβεστωμένη αυλή
σεργιανάει το καλοκαίρι.
Το μεσημέρι
σε είδα τυχαία στη θάλασσα,
έγραφες στην αμμουδιά
σ’ αγαπώ.
Ενα κύμα που πέρασε
στάθηκε για λίγο
και ύστερα το πήρε μαζί του.
Mες την αλμύρα και την υποκρισία
χαμένο από τον ίδιο του τον εαυτό
ταξιδεύει στα πέλαγα.
Εκείνος ο γλάρος
δεν θα μάθει ποτέ
τι κουβαλάει το κύμα,
εσύ ξέρεις
δεν θα σου το πω.
Η ζωή είναι όμορφη
και χωρίς το ψέμα σου,

Χάνεσαι

Χάνεσαι,
κάθε φορά πιστεύω
πως έχεις εξαφανιστεί,
μια ζωηρή επιθυμία
αναβάλλει με διαψεύσεις
το τέλος.
Aπρόβλεπτη τακτική,
μυστηριώδης.
Σε ακατανόητο παρασκήνιο
δέσμες χρωμάτων
αμβλύνουν την εικόνα σου.
Παράξενη πολιορκία συναισθημάτων,
απρόσκλητη η πίκρα
ντυμένη στα γκρίζα,
έρχεται κάθε απόγευμα
κάθεται σταυροπόδι
ώρες ατέλειωτες,
όπως τότε στις παλιές γειτονιές
και μασουλάει τα σποράκια
μιας παραπαίουσας υπομονής.
Η εγκατάλειψη
δεν βρίσκει πέρασμα,
στέκει ασάλευτη
δακρύζει επίμονα τα μάτια,
τα ίδια μάτια
που κάποτε τα λάτρεψες
και σε λάτρεψαν.
Το υπόλοιπο σώμα
έχει παραδοθεί.
Οχι δεν κλαίω,
εχω ανοίξει το παράθυρο,
η απουσία είναι απ‘ εξω
και με κοιτάζει.

Ενα αντίο πριν

Χαρά.
Σε μάτια που λάμπουν
η χαρά κρυμμένη επιμελώς,
αιωρείται
ανάμεσα στο πρόσωπο σου
και στην ανυπομονησία.
Η αγάπη κοιτάζει
μέσα από κλειστά βλέφαρα,
αλλά εμείς ξέρουμε
πως είναι για μας.
Η χαρά κρυβόταν.
Λύπη.
Σε σκοτεινό βλέμμα
η λύπη φανερή αμελώς,
εγκατεστημένη
ανάμεσα στο πρόσωπο μου
και στην σκοπιμότητα.
Η αγάπη ακούει
τον παράξενο θόρυβο
της απομάκρυνσης,
ξέρουμε
πως είναι για μας.
Η λύπη δεν κρύβεται.
Αδιαφορία.
ο αποκηρυγμένος λόγος
μιας πικρής πραγματικότητας.
Πόνος που ανεβαίνει κατακόρυφα
σαν καπνός ελλείψει ανέμου.
Η επανάληψη του ψέμματος
χωρίς λόγο.
Η αδιαφορία ετοιμάζει.
το αντίο πριν το τέλος.
Εξω η νύχτα κλαίει.

Δυό ποτήρια

Καθόταν ολομόναχος,
έβαλε δυο ποτήρια στο τραπέζι
ένα για εκείνον
και ένα για την θύμηση του.
Είχε φυλάξει με φροντίδα
εκείνο το παλιό κρασί,
ήπιε πρώτα λίγο από το δικό του,
ύστερα το άλλο
της θύμησης
μέχρι την τελευταία στάλα.
Hθελε να μη μείνει τίποτα,
βιαζόταν πολύ
να την εξαφανίσει,
δεν έβρισκε υπομονή.
Υστερα τα πέταξε
στα βράχια της λήθης,
στην πιο σκοτεινή θάλασσα.
Η θύμηση πνίγηκε,
μαζί της αντικρυστά
και ο μισός εαυτός του.
Στόμα ερμητικά κλειστό,
πικρό τέλος μιας αγάπης
χωρίς αντιστάσεις.
Δεν μάθαμε
αν γλύτωσε ο άλλος μισός.
Εκείνη η πόρτα
δεν ξανάνοιξε ποτέ.

Γιορτή

Το φως χαμηλώνει,
φεύγει η μέρα.
σβήνει ο ήλιος, σκοτεινιάζει.
Τα χρώματα της δύσης
που αγαπούσες.
Μια ήσυχη νύχτα,
ένα φεγγάρι καλοκαιρινό,
μια ξεχασμένη γιορτή.
Απόψε σε θυμήθηκα.
κοιτάζω εδώ ότι άφησες,
κάποια λίγα πράγματα σου.
Τη φωτογραφία σου
την κιτρίνισε ο χρόνος.
Μπορώ να βλέπω
αυτά που κάποτε
ακροβατούσαν στις αισθήσεις.
Δεν το ‘θελα ποτέ,
αλλά μπορώ πια να σε θυμάμαι
χωρίς να πονάω.
Βγάινω στην αυλή,
μυρίζει αγιόκλημα και βασιλικό,
έκοψα ένα τριαντάφυλλο
κάποιο νυχτοπούλι πέρασε
του το έδωσα,
θα κοιμάσαι,
σου στέλνω ευχές.

Αγάπες στενάχωρες

Θα σου μιλήσω
για εκείνες τις αγάπες τις στενάχωρες,
για εκείνα τα όνειρα,
που ντύνονται
με τα μαβιά χρώματα της δύσης
και προσεγγίζουν το τέλος.
Μη προσπαθείς,
μη πιστεύεις σε θαύματα
μόνο προσπέρνα
και να θυμάσαι πως δεν φταίς.
Θα σου μιλήσω
για εκείνες τις ελπίδες τις παραδομένες,
που χάνονται
σε θάλασσες βαθειές
ανυπότακτων σκέψεων.
Η πραγματικότητα είναι
εκείνο το στενόμακρο
τετελεσμένο,
που δεν θέλεις να δεχτείς
λίγο πριν πέσει η αυλαία.
Εκείνο το βαρύ τίποτα
όταν βραδυάζει,
που σηκώνει το πόδι
και σε συνθλίβει
και θέλεις να κλάψεις.

Στη γέφυρα

Μη φύγεις απόψε
μείνε στην κάμαρα μου,
φόρεσε τη νύχτα στο κορμί σου,
άκουσε το τραγούδι του γρύλου
και αποκοιμήσου.
Θα σε ξυπνήσει την αυγή
ο αυγερινός με ένα φιλί
στα άλικα χείλη σου.
Το φεγγάρι
θα φωτίζει τη νύχτα
που φόρεσες
και εκείνο το άστρο
που τώρα μου γελάει
θα στείλω,
να αγγίξει το γυμνό σου χέρι.
Ασε στην πόρτα τα κλειδιά
και μη φοβάσαι,
θα σε φυλάω όλη τη νύχτα
δεν θα κοιμηθώ,
Στη γέφυρα απόψε,
ίσια πορεία,βάρδια.
Εχω ακόμα λίγους μήνες
σιμώνει ο καιρός
φιλί μου αλαργινό,
σε πεθύμησα.

Γκράφιτι

Γίναν τα μάτια θάλασσα
και πνίγηκε το ψέμα.
*
Ο σκοτεινός ο ουρανός
δεν κρύβεται απ τον ήλιο.
*
Αν είν’ ο κόσμος σου νησί
τα χέρια μου καράβι.
*
Ζήσε το καλοκαίρι σου
γιατί έρχεται χειμώνας.
*
Μικρός βοριάς η ανάσα σου
η αγάπη μας κρυώνει.
*
Το λόγια που ‘πες με θυμό
ντροπή θα σου γυρίσουν.
*
Οταν αδειάσει ο ποταμός
χορεύουνε τα φίδια.
*
Κοίταξε μετά απ’ τη βροχή
ουράνιο τόξο βγαίνει.
*
Κάνε τον έρωτα φωτιά
να κάψει την συνήθεια.
*
Αν δεν ξυπνήσεις την αυγή
το σπίτι θα πεινάσει.
*
Ο χρόνος σου δεν σταματά
τρέξε να τον προλάβεις.
*
Δώσε το χέρι στη ζωή
και χόρεψε μαζί της.
*
Ο δρόμος που δεν έχει φως
δεν έχει και διαβάτες.
*
Κλείσε τα αυτιά σου όταν ακούς
μεγάλες υποσχέσεις.
*
Βγάλε τραπέζι στη σκιά
και κέρασε τον ήλιο.
*
Μη φύγεις και μου ξεχαστείς
σαράκι είναι ο πόνος.

Της αδικίας το ψωμί
είναι πικρό στο στόμα.
*
Δεν έμαθα δεν ρώτησα
και χάθηκα στο δρόμο.
*
Οταν ποτίσεις την ελιά
διπλό καρπό θα κάνει.
*
Στα μάτια σου ο έρωτας
λάμπει σαν το φεγγάρι.
*
Ανοιξε το μπαλκόνι σου
να ‘ρθουν τα χελιδόνια.
*

Δεν πρόλαβα

Γυρίζω στα περασμένα
αφαιρώ τις μέρες από πάνω μου,
αφαιρώ τα πεθαμένα χρόνια
και γυρίζω πίσω.
Μακρυά
από την ισόβια φυλακή σου,
μακρυά
από την μνήμη που παραμονέυει,
μόνος
με αθώο βλέμμα
και λευκό παρελθόν.
Κάθομαι αντίκρυ στη θάλασσα
δέχομαι την ανάσα της
και σχεδιάζω ταξίδια,
ανοίγω την ψυχή μου στο μέλλον,
επιθυμώ,
ονειρεύομαι,
όταν νυχτώνει
βλέπω ουρανούς
γεμάτους διάχυτα αστέρια
στην ελευθερία του σύμπαντος.
Εκείνο που ξέφυγε
από την απέραντη αγκαλιά του
δεν το πρόλαβα
Ηταν το δικό μου τυχερό άστρο,
έπεσε, δεν πρόλαβα,
η ευχή έμεινε στη μέση,
έσβησε μες τη νύχτα
καιόμενο σώμα.
Αν ήξερα
θα ‘ταν αλλιώς
και εσύ και η μαύρη μοίρα μου.
Λάχεση της συμφοράς
το λουλούδι σου δεν είχε χρώμα
και η ζωή είναι όμορφη.

Το χαμόγελο

Αν ο ήλιος είναι χαρούμενος
και ζεστός το χειμώνα,
είναι γιατί του χαμογέλασες.

Εκείνο το καράβι στην τρικυμία
δεν φοβάται που ταξιδέυει,
το ακολουθεί
ένας χαμογελαστός γλάρος.

Δυο μέλισσες χόρευαν
γύρω από ένα λουλούδι,
χαμογελούσαν ευτυχισμένες.

Είχα σκύψει στο πηγάδι,
στην επιφάνεια του νερού
χαμογελούσε ο ουρανός.

Είναι ντάλα καλοκαίρι,
έχει δροσιά στην αυλή
χαμογελούν οι γείτονες.

Οταν η ζωή σε σπρώχνει
στην τελευταία άκρη,
φτιάξε χαμογελαστό γκρεμό.

Αν είναι ο κόσμος πικρός,
χάρισε του ενα γλυκό χαμόγελο.

Δεν μπορεί παρά να είσαι
η αγαπημένη μου,
γνώρισα το χαμόγελο σου.

Ενας ουρανός

Με κοίταγες
με τα μεγάλα σου μάτια,
δυό παράθυρα ανοιγμένα
σε θάλασσες,
δεν είχα προσέξει,
πόσο γαλανά ήταν.
Νύχτωσε,
ο ουρανός είχε γεμίσει
με χιλιάδες αστέρια.
Τότε δεν ήξερα τι είναι ουρανός,
κάποιος είχε πει
πως για να προσδιορίσω το σχήμα του
έπρεπε να γεμίσουν τα χέρια μου
με μικρούς ήλιους.
Ξημέρωσε,
με κοίταγες
με τα μεγάλα σου μάτια
δεν έβλεπα τίποτα,
μόνο τα χέρια μου
ήταν γεμάτα ήλιους.
Μόλις είχα γνωρίσει
τον ουρανό.
Τι όμορφη που ‘ναι η αγάπη.

Ε/Γ Κυριακή

Εκοψα ένα τριαντάφυλλο
να σου στείλω
ξημέρωνε η γιορτή σου,
το χρώμα του έμοιαζε
με κείνα τα πορφυρά δειλινά
του καλοκαιριού.
Το πρωί η αυγή
όλο ζήλια
έστειλε ένα αεράκι
και το σκόρπισε.
Ο ουρανός
γέμισε ροδοπέταλα
και παγωμένη ανάσα.
Απόμεινα να κρατώ
την ήσυχη άκρη μιας λύπης
και μιάς παράξενης ντροπής
το κόκκινο χρώμα,
ξέχασα τη στιγμή που σε είδα
πως σήμερα γιόρταζες.
Μόνο σαν βράδυασε
στην παλάμη σου
στέγνωσε ένα διάφανο δάκρυ.
Το Ε/Γ Κυριακή
έσκιζε άγρια τη θάλασσα.
Η καρδιά μου
ήταν ήδη σκισμένη.

Σέβεν αμ

Δεν άλλαξε τίποτα.
Ο ουρανός είναι όπως τον αφήσαμε.
Το ίδιο και τα δέντρα στον κήπο.
Το κίτρινο τραπεζάκι
κάτω από την μουριά
που καθόμαστε τα μεσημέρια.
Στην άκρη ο πέτρινος φούρνος,
δίπλα από το στενό δρομάκι.
Τα κλειδια κρυμμένα στον τοίχο,
πίσω από την πετσέτα.
Δεν άλλαξε τίποτα.
Στο βάθος φαίνεται ο Ασωπός,
σε κάποιο σύννεφο, καρτέρι,
τα γελαστά σου μάτια.
Η αλμύρα της θάλασσας
στα κουρασμένα χέρια σου.
Η μυρωδιά από το λιβάνι
απλώθηκε ως την Μούντα
και έσμιξε με το πέλαγος.
Ξέχασα το πορτάκι ανοικτό
θα σβήσει το κερί ο αέρας

Υποκριτική αίσθηση

Ο δρόμος διαγράφεται
έντονος, πικρός,
Μια ανεξήγητη έλξη
με κρατάει ακόμα εδώ,
ασαφής, αόριστη.
Υποκριτική αίσθηση
παλιάς αγάπης εξαντλημένης.
Με χαϊδεψες μια νύχτα,
πόσο μεγάλη
μπορεί να είναι μια τέτοια στιγμή,
να με κρατήσει σιωπηλό παραστάτη
ηθελημένης απουσίας;
Εχεις χαθεί δεν μ’ αγγίζεις,
ψίθυροι μοναξιάς
καί ακαθόριστες σκιές
απόμειναν,
αλλοτινοί πόθοι
σε σκοτεινές αποχρώσεις
εγκατάλειψης.
Πόσο να αντέξω την πίκρα;
Ο δρόμος για το οπουδήποτε
είναι εκεί, μπροστά,
δεν θέλω να φύγω.
Είναι μεγάλη η νύχτα,
δεν χωράει στα μάτια μου
το μέγεθος της θλίψης.
Το βαθύ κόκκινο των χειλιών σου
ξεθώριασε.

Αγάπη μου παλιά

Αγάπη μου παλιά
δεν θελησα να δω
τότε που έφυγες
τα μεγάλα σου μάτια
δακρυσμένα,
δεν ήθελα και γω
να δείς τα δικά μου
να κλαίνε.
Σε αποχαιρέτησα βιαστικά
δεν πρόλαβα να σε φιλήσω,
έμεινα στην αποβάθρα,
μόνος,
κάθισα σε μία ανάμνηση
να θυμάμαι,
έκλαιγα κρυφά
μέχρι που βράδυασε.
Ολα τα σκέπασε η νύχτα
εκτός από το φεγγάρι.
Χλωμό και αδύναμο
πάλευε στο ουρανό
να σε προλάβει,
είχε το φιλί μου
στα χέρια του.

Χειμώνας

Μια δυνατή μπόρα
μου κτύπησε την πόρτα
κάθισε στην πολυθρόνα
μπροστά στο τζάκι.
Το φεγγάρι απορημένο,
γυρεύει βιαστικά
μέσα στα σύννεφα
περισσότερο ουρανό.
Η νύχτα ψιθύρισε
το τελευταίο αντίο
στο φετεινό φθινόπωρο,
κλείνοντας αμήχανα
τα μεγάλα σκοτεινά της μάτια.
Χαμογελάω,
δεν ανησυχώ που φεύγεις,
δεν τρομάζω πια,
ξέρω θα ‘ρθεις πάλι
με το καλοκαίρι.
Αφησα τα κλειδιά
κάτω από την γλάστρα.
Αφησες
το ζεστό σου γέλιο
στο παλιό ξύλινο τραπέζι.
Ο χειμώνας
με τα χέρια στις τσέπες
σφυρίζει αδιάφορα,
κατηφορίζει νωχελικά
ξυπόλητος και παγωμένος
στη λιακάδα μας,
δεν φοβάμαι
είναι εδώ να με ντύσει
το γέλιο σου,
εκείνο που άφησες.

Φθινόπωρο

Το πρωί
με ξύπνησε ένα σύννεφο.
Ένα σιγανό αεράκι
πέρασε ανάμεσα απο τις λεύκες,
ένας σπουργίτης τρόμαξε
και άλλαξε κλαδί.
Ακουσα παιδικές φωνές,
το πρωινό κουδούνι
από το απέναντι σχολείο.
Κλείνω στη χούφτα μου
δυό σταγόνες βροχής
και έναν ήλιο χλωμό.
Από το μπαλκόνι
βλέπω το δρόμο,
το φθινόπωρο
έχει καθίσει σε ένα δέντρο.
Ενα κρυφό του χαμόγελο
γέμισε τη μέρα
και το καλοκαίρι.