Σε άπονες ημέρες
ίχνη αμυδρά με πηγαίνουν,
ό,τι απόμεινε εκεί
δεν θέλω να θυμάμαι.
Τίποτα δικό σου κι εδώ
η αφή δειλή και ξένη,
δεν μπορώ το άγγιγμα της.
Σχέδια περιβάλλονται
από μία ακαθόριστη λύπη,
καταδικασμένα να αποτύχουν.
Μιά παράξενη λαχτάρα
προβάλει με σημασία
ανεκπλήρωτες επιθυμίες,
υπόσχεσεις για κάτι διαφορετικό.
Η ελπίδα κι αν έσβησε
σαν ίσκιος στέκει εδώ,
σε ένα κόσμο μυστικό
που περιμένει ακόμα,
δεν ήλθε κανείς
απουσία αισθήσεων.
Από τα βάθη της ψυχής
βλέπω αθώα μάτια,
χωρίς πρόσωπο.
Σωπαίνεις επίμονα
μέσα μου απλώνεται
μελαγχολική γαλήνη.
Γύρω μου ένα ρίγος,
σαν ρέει το κύμα,
η θάλασσα να φύγω.
Αλλοτινό
Πώς να κρυφτείς;
Καμία κραυγή δεν μπόρεσε.
Ανάλγητη, αδυσώπητη,
ισόβια στιγμή,
τη γλύκα που μου χάρισες
πίσω την πήρες.
Φίλησα το όνειρο
σε άφησα πίσω και σε λησμόνησα,
άνοιξα την αγκαλιά στη ζωή,
δεν ήξερα, τα ‘χασα,
μα τώρα έμαθα
δεν έχει νιάτα η ρυτίδα
μόνο παρελθόν,
ένα παρελθόν που κοιτά σαδιστικά
κάθε πρωί τη μοναξιά μου.
Λυπάμαι για τις μέρες,
τις άτυχες μέρες
που άντεξαν στη φυγή,
το πολλαπλό κάλεσμα
που ασυγχώρητα απέφυγα,
το φίλημα του ανέμου
που εμπόδισα να με ταξιδέψει.
Ερημος και μακρύς ο δρόμος
δεν το ΄χα προσέξει πως άργησα.
Τώρα ο χειμώνας ήσυχος
σώμα από το σώμα μου
βαραίνει επάνω μου
και κάνει κρύο,
μόνο η καρδιά μου καίει.
Καμία κραυγή δεν μπόρεσε.
Ανάλγητη, αδυσώπητη,
ισόβια στιγμή,
τη γλύκα που μου χάρισες
πίσω την πήρες.
Φίλησα το όνειρο
σε άφησα πίσω και σε λησμόνησα,
άνοιξα την αγκαλιά στη ζωή,
δεν ήξερα, τα ‘χασα,
μα τώρα έμαθα
δεν έχει νιάτα η ρυτίδα
μόνο παρελθόν,
ένα παρελθόν που κοιτά σαδιστικά
κάθε πρωί τη μοναξιά μου.
Λυπάμαι για τις μέρες,
τις άτυχες μέρες
που άντεξαν στη φυγή,
το πολλαπλό κάλεσμα
που ασυγχώρητα απέφυγα,
το φίλημα του ανέμου
που εμπόδισα να με ταξιδέψει.
Ερημος και μακρύς ο δρόμος
δεν το ΄χα προσέξει πως άργησα.
Τώρα ο χειμώνας ήσυχος
σώμα από το σώμα μου
βαραίνει επάνω μου
και κάνει κρύο,
μόνο η καρδιά μου καίει.
Μετά τις δώδεκα και ένα
Θέλω να αλλάξω
Κάθε φορά που αρχίζει μέρα
λέω να κάνω καινούργια αρχή,
να ‘χω διάθεση καλή και ελεύθερη,
τόσα χρόνια τι κατάλαβα
όλα να είναι τακτοποιημένα
σαν στρατιωτική παρέλαση.
Ας μου δώσει ρυθμό
μια ανείπωτη καλήμερα,
ένα χαμόγελο,
που κρύβω μέσα μου
χρόνια,
μιά σελίδα φρέσκια να γεμίσω
αλλιώτικη, χωρίς δυσπιστία.
Οχι άλλη άπνοια, ασφυκτιώ,
τίποτα να μη μοιάζει
στην περασμένη μου πεπατημένη ζωή,
να βγω από τον κύκλο φυλακή
που με έκλεισα, έξω στο φως.
Σήμερα όμως... Κυριακή
ακούω τις καμπάνες να το λένε,
απο Δευτέρα λέω να αρχίσω.
όπως κάνουμε όλοι.
Η προσφιλής εκούσια αναβολή
των πάντων... η Δευτέρα.
Κάθε φορά που αρχίζει μέρα
λέω να κάνω καινούργια αρχή,
να ‘χω διάθεση καλή και ελεύθερη,
τόσα χρόνια τι κατάλαβα
όλα να είναι τακτοποιημένα
σαν στρατιωτική παρέλαση.
Ας μου δώσει ρυθμό
μια ανείπωτη καλήμερα,
ένα χαμόγελο,
που κρύβω μέσα μου
χρόνια,
μιά σελίδα φρέσκια να γεμίσω
αλλιώτικη, χωρίς δυσπιστία.
Οχι άλλη άπνοια, ασφυκτιώ,
τίποτα να μη μοιάζει
στην περασμένη μου πεπατημένη ζωή,
να βγω από τον κύκλο φυλακή
που με έκλεισα, έξω στο φως.
Σήμερα όμως... Κυριακή
ακούω τις καμπάνες να το λένε,
απο Δευτέρα λέω να αρχίσω.
όπως κάνουμε όλοι.
Η προσφιλής εκούσια αναβολή
των πάντων... η Δευτέρα.
A contrario
Εμείς περάσαμε από το όχι
έτσι όπως περνάει ένα μεσημέρι,
ήσυχα, απλά.
Περάσαμε και από το ναι
με την ίδια ευκολία
έτσι όπως διαβάζεις μιαν εφημερίδα.
Δεν πειράξαμε τον λόγο,
δεν κλειστήκαμε ανάμεσα τους.
Νομοτελειακή διαδικασία,
καθορίζει κάθε φορά την εξέλιξη
αθέλητων επιλογών.
Η σημασία της αποδοχής
βρίσκεται ακριβώς στην λέξη,
όταν παύει μπρος στα μάτια σου
να εχει την οποιαδήποτε συγκάληψη.
Το ίδιο και η άρνηση
έχει σημασία όταν ανύποπτα
στερείται δικαίωσης,
χωρίς ενδείξεις καχυποψίας.
Η προχειρότητα του απαγορευμένου
εναλλάσεται στο ναι και στο όχι,
καταγράφεται ανάλογα
με τις πιθανότητες του εγώ ή του εσύ.
Είναι θέμα άμιλλας,
κυρίως τοποθέτησης,
μα πάνω απ όλα ευθυκρισίας.
έτσι όπως περνάει ένα μεσημέρι,
ήσυχα, απλά.
Περάσαμε και από το ναι
με την ίδια ευκολία
έτσι όπως διαβάζεις μιαν εφημερίδα.
Δεν πειράξαμε τον λόγο,
δεν κλειστήκαμε ανάμεσα τους.
Νομοτελειακή διαδικασία,
καθορίζει κάθε φορά την εξέλιξη
αθέλητων επιλογών.
Η σημασία της αποδοχής
βρίσκεται ακριβώς στην λέξη,
όταν παύει μπρος στα μάτια σου
να εχει την οποιαδήποτε συγκάληψη.
Το ίδιο και η άρνηση
έχει σημασία όταν ανύποπτα
στερείται δικαίωσης,
χωρίς ενδείξεις καχυποψίας.
Η προχειρότητα του απαγορευμένου
εναλλάσεται στο ναι και στο όχι,
καταγράφεται ανάλογα
με τις πιθανότητες του εγώ ή του εσύ.
Είναι θέμα άμιλλας,
κυρίως τοποθέτησης,
μα πάνω απ όλα ευθυκρισίας.
Κοντά σου
Ακριβή μου ύπαρξη,
ηρεμεί η ψυχή, φως η καρδιά,
ανοίγει σαν σπάνιο λουλούδι
κοντά σου.
Ανέπαφη η χαρά, ανυποχώρητη,
γλυκό, ήρεμο τραγούδι.
Ηλιος ζηλευτός
τα χρυσαφένια σου μαλλιά
σταλάζουν ερωτικές ανταύγειες.
στο άπλωμα της μέρας.
Μέθυσαν τα μάτια από ομορφιά,
αιχμαλωτίζω τις στιγμές
εξαίσια υποθήκη
να μη λησμονηθούν.
Δεν είσαι όνειρο,
είσαι η ακούραστη αγάπη,
το άλικο ζεστό φιλί
σε αφίλητο στόμα,
η αστροφεγγιά
σε χειμωνιάτικη νύχτα
που έρχομαι να συναντήσω.
Τα ήσυχα φεγγαρόφωτα βράδυα
την ώρα που πλαγιάζω.
Ωραία, σεμνή σαν ψίθυρος.
Μιά Κυριακή.
ηρεμεί η ψυχή, φως η καρδιά,
ανοίγει σαν σπάνιο λουλούδι
κοντά σου.
Ανέπαφη η χαρά, ανυποχώρητη,
γλυκό, ήρεμο τραγούδι.
Ηλιος ζηλευτός
τα χρυσαφένια σου μαλλιά
σταλάζουν ερωτικές ανταύγειες.
στο άπλωμα της μέρας.
Μέθυσαν τα μάτια από ομορφιά,
αιχμαλωτίζω τις στιγμές
εξαίσια υποθήκη
να μη λησμονηθούν.
Δεν είσαι όνειρο,
είσαι η ακούραστη αγάπη,
το άλικο ζεστό φιλί
σε αφίλητο στόμα,
η αστροφεγγιά
σε χειμωνιάτικη νύχτα
που έρχομαι να συναντήσω.
Τα ήσυχα φεγγαρόφωτα βράδυα
την ώρα που πλαγιάζω.
Ωραία, σεμνή σαν ψίθυρος.
Μιά Κυριακή.
Νοέμβρης
Μες την αχλύ του μύθου σου,
αμετακίνητος φόβος.
Περπατάς ωραία σαν άνοιξη,
τα βήματα σου ακολουθώ μυστικά,
δεν υπάρχω, γεννιέμαι.
Σε βρήκα στο μέλλον
σε μία δέσμη από θαλασσόξυλα
να αναζητάς τον έρωτα.
Φύλαγες την αγάπη σαν σπάνιο κάτι,
σε νίκησε η άλλη χαρά,
η έντονη επιθυμία
που προκαλεί η άρνηση.
Δεν υπάρχει λήθη,
όλα κρυφά και μυστικά,
σε ανεξίτηλο χρόνο θυσία.
Νύχτα γλυκιά, ηδονική,
σε φίλησα,
ανυπεράσπιστα μου δόθηκες.
αμετακίνητος φόβος.
Περπατάς ωραία σαν άνοιξη,
τα βήματα σου ακολουθώ μυστικά,
δεν υπάρχω, γεννιέμαι.
Σε βρήκα στο μέλλον
σε μία δέσμη από θαλασσόξυλα
να αναζητάς τον έρωτα.
Φύλαγες την αγάπη σαν σπάνιο κάτι,
σε νίκησε η άλλη χαρά,
η έντονη επιθυμία
που προκαλεί η άρνηση.
Δεν υπάρχει λήθη,
όλα κρυφά και μυστικά,
σε ανεξίτηλο χρόνο θυσία.
Νύχτα γλυκιά, ηδονική,
σε φίλησα,
ανυπεράσπιστα μου δόθηκες.
Στην άκρη της ζωής
Ακου τη θάλασσα στην άκρη της ζωής
φωνάζει ρυθμικά το όνομα σου
καθώς χτυπάει στα βράχια γύρω,
θέλω να φύγω, να φύγω.
Χτυπάει στα βράχια
η σκουριασμένη σου ζωή
δυσκολεύουν τα πράγματα,
όσο τα πειράζεις επαναστατούν
σκίζουν αδυσώπητα το μέλλον σου,
σε κλείνουν εδώ με σπασμένα τα κουπιά.
Τι χρώμα έχει η αποδράση;
Τι χρώμα έχει η ελπίδα;
Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
Δεν άλλαξε τίποτα,
λευκό της απόδρασης
πράσινο της ελπίδας,
κόκκινο του έρωτα.
Τι περιμένεις;
έχασες τη μάχη με τα χρώματα
μη καρτεράς άλλο,
μονάχα εκείνο το μαύρο
κέρδισες, το βαθύ το σκοτεινό
το ανεπιθύμητο.
φωνάζει ρυθμικά το όνομα σου
καθώς χτυπάει στα βράχια γύρω,
θέλω να φύγω, να φύγω.
Χτυπάει στα βράχια
η σκουριασμένη σου ζωή
δυσκολεύουν τα πράγματα,
όσο τα πειράζεις επαναστατούν
σκίζουν αδυσώπητα το μέλλον σου,
σε κλείνουν εδώ με σπασμένα τα κουπιά.
Τι χρώμα έχει η αποδράση;
Τι χρώμα έχει η ελπίδα;
Τι χρώμα έχει ο έρωτας;
Δεν άλλαξε τίποτα,
λευκό της απόδρασης
πράσινο της ελπίδας,
κόκκινο του έρωτα.
Τι περιμένεις;
έχασες τη μάχη με τα χρώματα
μη καρτεράς άλλο,
μονάχα εκείνο το μαύρο
κέρδισες, το βαθύ το σκοτεινό
το ανεπιθύμητο.
Αναδρομή
Συνάθροιση στοχασμών
έωλες μνήμες, διαβαίνουν.
Γλυκιά η σιωπή της νύχτας,
σαν μακρυνό πρόσωπο μοιάζει
μιας ατάραχης στιγμής
που δεν μπορεί να αποκριθεί.
Είσαι η φλόγα που δεν έσβησες,
που ώρες ώρες σε νοσταλγώ
ζεστή ανάσα, σε θυμάμαι,
πόθος που προκαλεί, ασίγαστος.
Γυμνός σε αγκαλιάζω, με καίς,
χάδια μυστικής συνάντησης
παραδομένα στη φωτιά.
Χάθηκες, δεν σε ξέχασα,
μάταια σου φώναζα μείνε,
δε λύγισες τότε,
μου χάρισες μια λυπημένη ζωή,
ημέρες και νύχτες δακρύων
αφόρητα πικρές.
Συχνά ρωτούσες αν σ’ αγαπούσα.
Και είναι τώρα σαν να μην έχεις φύγει,
μέσα στην ψυχή σου
ακουμπούν οι ενοχές
ανάξια σε φθείρουν.
Ο χρόνος τρέχει, ακολουθώ,
μια χλωμή σε απομακρύνει Ανατολή.
Η μνήμη αρχίζει να παραδίνεται.
Ενας αγέρας διστάζει,
μου ανοίγει τα μάτια,
λυτρώνεται η σκέψη, δεν μεταβάλλεται.
Ησουν εδώ χωρίς αντιστάσεις,
μαζί μου απόψε, στον κάθε μου χτύπο,
στην έρημη νύχτα, παραμιλητό.
Ποιός να το ξέρει
και πώς να στο πεί;
από το κλεισμένο μου στόμα
δεν το ‘μάθες ποτέ.
Ασπρο μαντήλι δένω τον ήλιο,
κάτασπρο
και προχωρώ.
έωλες μνήμες, διαβαίνουν.
Γλυκιά η σιωπή της νύχτας,
σαν μακρυνό πρόσωπο μοιάζει
μιας ατάραχης στιγμής
που δεν μπορεί να αποκριθεί.
Είσαι η φλόγα που δεν έσβησες,
που ώρες ώρες σε νοσταλγώ
ζεστή ανάσα, σε θυμάμαι,
πόθος που προκαλεί, ασίγαστος.
Γυμνός σε αγκαλιάζω, με καίς,
χάδια μυστικής συνάντησης
παραδομένα στη φωτιά.
Χάθηκες, δεν σε ξέχασα,
μάταια σου φώναζα μείνε,
δε λύγισες τότε,
μου χάρισες μια λυπημένη ζωή,
ημέρες και νύχτες δακρύων
αφόρητα πικρές.
Συχνά ρωτούσες αν σ’ αγαπούσα.
Και είναι τώρα σαν να μην έχεις φύγει,
μέσα στην ψυχή σου
ακουμπούν οι ενοχές
ανάξια σε φθείρουν.
Ο χρόνος τρέχει, ακολουθώ,
μια χλωμή σε απομακρύνει Ανατολή.
Η μνήμη αρχίζει να παραδίνεται.
Ενας αγέρας διστάζει,
μου ανοίγει τα μάτια,
λυτρώνεται η σκέψη, δεν μεταβάλλεται.
Ησουν εδώ χωρίς αντιστάσεις,
μαζί μου απόψε, στον κάθε μου χτύπο,
στην έρημη νύχτα, παραμιλητό.
Ποιός να το ξέρει
και πώς να στο πεί;
από το κλεισμένο μου στόμα
δεν το ‘μάθες ποτέ.
Ασπρο μαντήλι δένω τον ήλιο,
κάτασπρο
και προχωρώ.
Πλάνο
Ποτέ ξανά δεν θα με δεις
το τέλος πίσω αφήνω,
εδώ μπροστά σου απόψε
να μη φανερωθεί.
Τα δάκρυα αναμένουν
σε μάτια υγρά, σε υγρές κόγχες,
το τελευταίο αντίο.
Εγινε η αγάπη,
σκιά περιπλανώμενη,
χαμένη σε ακριβά σχεδιαστήρια,
σε ανεκπλήρωτα πλάνα.
Αγάπη με πλάνα, αλλοτρίωση,
σαν να μην ξέρεις πως έγινε,
ξέρεις μόνο πως υπάρχει.
Σου έδωσα μια ήρεμη εκδοχή
μιας μετρημένης μοναξιάς.
Ομολόγησες ένα χαλασμένο επειδή,
μονότονο, ατίθασο, αδιάκοπο.
Δεν είναι το φιλί.
Δεν είναι τα μάτια που αγάπησα.
Δεν είναι το λίγο.
Δεν θυμάμαι πια.
Δεν θέλω να θυμάμαι.
Εφυγα με άγρια όψη,
γυμνός από όλα, σε παγωμένο δρόμο,
όταν εσύ κοιμόσουν.
Μια τελευταία ρουφηξιά η ζωή,
που πια δεν με βαραίνει,
χαράματα.
το τέλος πίσω αφήνω,
εδώ μπροστά σου απόψε
να μη φανερωθεί.
Τα δάκρυα αναμένουν
σε μάτια υγρά, σε υγρές κόγχες,
το τελευταίο αντίο.
Εγινε η αγάπη,
σκιά περιπλανώμενη,
χαμένη σε ακριβά σχεδιαστήρια,
σε ανεκπλήρωτα πλάνα.
Αγάπη με πλάνα, αλλοτρίωση,
σαν να μην ξέρεις πως έγινε,
ξέρεις μόνο πως υπάρχει.
Σου έδωσα μια ήρεμη εκδοχή
μιας μετρημένης μοναξιάς.
Ομολόγησες ένα χαλασμένο επειδή,
μονότονο, ατίθασο, αδιάκοπο.
Δεν είναι το φιλί.
Δεν είναι τα μάτια που αγάπησα.
Δεν είναι το λίγο.
Δεν θυμάμαι πια.
Δεν θέλω να θυμάμαι.
Εφυγα με άγρια όψη,
γυμνός από όλα, σε παγωμένο δρόμο,
όταν εσύ κοιμόσουν.
Μια τελευταία ρουφηξιά η ζωή,
που πια δεν με βαραίνει,
χαράματα.
Πλάνο
Ποτέ ξανά δεν θα με δεις
το τέλος πίσω αφήνω,
εδώ μπροστά σου απόψε
να μη φανερωθεί.
Τα δάκρυα αναμένουν
σε μάτια υγρά, σε υγρές κόγχες,
το τελευταίο αντίο.
Εγινε η αγάπη,
σκιά περιπλανώμενη,
χαμένη σε ακριβά σχεδιαστήρια,
σε ανεκπλήρωτα πλάνα.
Αγάπη με πλάνα, αλλοτρίωση,
σαν να μην ξέρεις πως έγινε,
ξέρεις μόνο πως υπάρχει.
Σου έδωσα μια ήρεμη εκδοχή
μιας μετρημένης μοναξιάς.
Ομολόγησες ένα χαλασμένο επειδή,
μονότονο, ατίθασο, αδιάκοπο.
Δεν είναι το φιλί.
Δεν είναι τα μάτια που αγάπησα.
Δεν είναι το λίγο.
Δεν θυμάμαι πια.
Δεν θέλω να θυμάμαι.
Εφυγα με άγρια όψη,
γυμνός από όλα, σε παγωμένο δρόμο,
όταν εσύ κοιμόσουν.
Μια τελευταία ρουφηξιά η ζωή,
που πια δεν με βαραίνει,
χαράματα.
το τέλος πίσω αφήνω,
εδώ μπροστά σου απόψε
να μη φανερωθεί.
Τα δάκρυα αναμένουν
σε μάτια υγρά, σε υγρές κόγχες,
το τελευταίο αντίο.
Εγινε η αγάπη,
σκιά περιπλανώμενη,
χαμένη σε ακριβά σχεδιαστήρια,
σε ανεκπλήρωτα πλάνα.
Αγάπη με πλάνα, αλλοτρίωση,
σαν να μην ξέρεις πως έγινε,
ξέρεις μόνο πως υπάρχει.
Σου έδωσα μια ήρεμη εκδοχή
μιας μετρημένης μοναξιάς.
Ομολόγησες ένα χαλασμένο επειδή,
μονότονο, ατίθασο, αδιάκοπο.
Δεν είναι το φιλί.
Δεν είναι τα μάτια που αγάπησα.
Δεν είναι το λίγο.
Δεν θυμάμαι πια.
Δεν θέλω να θυμάμαι.
Εφυγα με άγρια όψη,
γυμνός από όλα, σε παγωμένο δρόμο,
όταν εσύ κοιμόσουν.
Μια τελευταία ρουφηξιά η ζωή,
που πια δεν με βαραίνει,
χαράματα.
Σκοτεινιά
Κλείσε το φως καθώς θα φεύγεις
αθόρυβα, ξένα.
Γρήγορα τα βήματα σου να είναι
οπως μιας στιγμή.
Θυμάσαι; Μια στιγμή.
Δεν άλλαξα εγώ την καρδιά μου,
που σωπαίνει μέσα μου
και τρεμοσβήνει.
Εσύ θα φεύγεις,
εγώ δεν θα κρύβω λύπες.
Εσύ δεν θα μοιράζεσαι,
εγώ θα στολίζω το ρίγος με χαμόγελο,
θα το στολίσω όπως θέλω εγώ.
Κλείσε τη ζωή μου καθώς θα φεύγεις,
να κυλιστεί σε μιά χίμαιρα
σκοτεινών επιφανειών.
Πάρε μαζί σου ό,τι χάρηκα
από σένα μυστικά, πρωτόγνωρα,
κι ας κλείσουν όλα.
Πίσω από τα βήματα σου
σιωπηλό ηλιοβασίλεμα, ωχρό.
Μη ξεχάσεις την υπόσχεση σου να πάρεις,
«Το τραγούδι μου δεν θα έχει τέλος»
αθόρυβα, ξένα.
Γρήγορα τα βήματα σου να είναι
οπως μιας στιγμή.
Θυμάσαι; Μια στιγμή.
Δεν άλλαξα εγώ την καρδιά μου,
που σωπαίνει μέσα μου
και τρεμοσβήνει.
Εσύ θα φεύγεις,
εγώ δεν θα κρύβω λύπες.
Εσύ δεν θα μοιράζεσαι,
εγώ θα στολίζω το ρίγος με χαμόγελο,
θα το στολίσω όπως θέλω εγώ.
Κλείσε τη ζωή μου καθώς θα φεύγεις,
να κυλιστεί σε μιά χίμαιρα
σκοτεινών επιφανειών.
Πάρε μαζί σου ό,τι χάρηκα
από σένα μυστικά, πρωτόγνωρα,
κι ας κλείσουν όλα.
Πίσω από τα βήματα σου
σιωπηλό ηλιοβασίλεμα, ωχρό.
Μη ξεχάσεις την υπόσχεση σου να πάρεις,
«Το τραγούδι μου δεν θα έχει τέλος»
Η συνάντηση
Συνάντηση Χωρολάτρη
Τη μάνα πατρίδα λατρεύεις,
το γαλάζιο ιδιαίτερο ουρανό.
Την γη την καρπερή της ελιάς
και της πορτοκαλιάς.
Στις παρυφές
του περήφανου Πάρνωνα,
στην απέραντη αγκαλιά
του μεγαλόπρεπου Ταΰγετου
γεννήθηκες, ανδρώθηκες.
Λάτρης του χώρου
με το όνομα σου,
τιμάς, ανοίγεις στο φως,
στον ήλιο,
χρυσαφένια παράθυρα
διάπλατα.
Πρόσωπα
γύρω σου αγαπημένα,
σαν λουλούδια ξεχωριστά
το καθένα και όλα μαζί
αντάμα.
Πρόσωπα αναπνοές,
θαρρείς ανατολή
και μεσημέρι,
θαρρείς
όλη σου η ζωή
κι όλος ο κόσμος,
μία αιώνια άνοιξη
04/10/2008
Συνάντηση Νεφεληγερέτη
Και μέσα στην αιώνια άνοιξη που λες,
απλά φανήκαν ένα βράδυ
της γαλήνης σου τα μάτια.
Ανέγγιχτος απ΄της ζωής τις μοιρασιές,
πρόσχαρος σαν ευφάνταστος
πιανίστας του συνόλου,
περπατητής της ομορφιάς
κι όλων των γύρω δρόμων
με την μονάκριβή σου να γελά
πάνω σου σαν την έχεις.
Ανείδωτες πατρίδες μακρινές
στης προσφυγιάς τα μέρη,
κουβάλησαν την αρχοντιά
σε βρήκαν και στην δώσαν
κι έτσι κινείσαι απ΄την καρδιά
πίνεις της έκφρασης πιοτά
λόγια του νου αχτένιστα
με τέχνη σαν μας φέρνεις.
04/10/2008
Τη μάνα πατρίδα λατρεύεις,
το γαλάζιο ιδιαίτερο ουρανό.
Την γη την καρπερή της ελιάς
και της πορτοκαλιάς.
Στις παρυφές
του περήφανου Πάρνωνα,
στην απέραντη αγκαλιά
του μεγαλόπρεπου Ταΰγετου
γεννήθηκες, ανδρώθηκες.
Λάτρης του χώρου
με το όνομα σου,
τιμάς, ανοίγεις στο φως,
στον ήλιο,
χρυσαφένια παράθυρα
διάπλατα.
Πρόσωπα
γύρω σου αγαπημένα,
σαν λουλούδια ξεχωριστά
το καθένα και όλα μαζί
αντάμα.
Πρόσωπα αναπνοές,
θαρρείς ανατολή
και μεσημέρι,
θαρρείς
όλη σου η ζωή
κι όλος ο κόσμος,
μία αιώνια άνοιξη
04/10/2008
Συνάντηση Νεφεληγερέτη
Και μέσα στην αιώνια άνοιξη που λες,
απλά φανήκαν ένα βράδυ
της γαλήνης σου τα μάτια.
Ανέγγιχτος απ΄της ζωής τις μοιρασιές,
πρόσχαρος σαν ευφάνταστος
πιανίστας του συνόλου,
περπατητής της ομορφιάς
κι όλων των γύρω δρόμων
με την μονάκριβή σου να γελά
πάνω σου σαν την έχεις.
Ανείδωτες πατρίδες μακρινές
στης προσφυγιάς τα μέρη,
κουβάλησαν την αρχοντιά
σε βρήκαν και στην δώσαν
κι έτσι κινείσαι απ΄την καρδιά
πίνεις της έκφρασης πιοτά
λόγια του νου αχτένιστα
με τέχνη σαν μας φέρνεις.
04/10/2008
Αφή και φως
Ακου τη φωνή
που μέσα σου δεν έχει ακόμα
καταλαγιάσει.
Είναι η σίγουρη φωνή
που πιο πολύ λαχταράς
και από την ίδια τη ζωή.
Ζωή λεηλατημένη, πρόστυχη,
περιπλανώμενο μπουλούκι ξαφνικό
ηρωικών προσπαθειών,
σαν τα μάτια τα αγαπημένα
που δεν κοίταξες βαθειά
και σε πρόφτασε
η στερνή ώρα του χωρισμού.
Ακούμπησε στο περβάζι
της θύμησης, τίποτα.
Μέρες που δεν σταμάτησαν,
ανύπαρκτες στη μνήμη
χωρίς την αφή τους μέσα σου,
πώς λησμονήθηκαν!
Η ανάσα της ζωής σου
λίγη ως εδώ, δεν χάρηκες,
σαν την αγάπη που έμαθες
και έγινε συνήθεια.
Κράτησε το φιλί σου ανέπαφο
για ότι ακόμα δεν αγάπησες
η υπόλοιπη ζωή δεν είναι ξένη,
είναι αταξίδευτη, δική σου.
Ακου τη φωνή που δεν τόλμησες,
κανείς δεν γεννήθηκε από στάχτη.
Ανοιξε τις γρίλιες στο φως.
που μέσα σου δεν έχει ακόμα
καταλαγιάσει.
Είναι η σίγουρη φωνή
που πιο πολύ λαχταράς
και από την ίδια τη ζωή.
Ζωή λεηλατημένη, πρόστυχη,
περιπλανώμενο μπουλούκι ξαφνικό
ηρωικών προσπαθειών,
σαν τα μάτια τα αγαπημένα
που δεν κοίταξες βαθειά
και σε πρόφτασε
η στερνή ώρα του χωρισμού.
Ακούμπησε στο περβάζι
της θύμησης, τίποτα.
Μέρες που δεν σταμάτησαν,
ανύπαρκτες στη μνήμη
χωρίς την αφή τους μέσα σου,
πώς λησμονήθηκαν!
Η ανάσα της ζωής σου
λίγη ως εδώ, δεν χάρηκες,
σαν την αγάπη που έμαθες
και έγινε συνήθεια.
Κράτησε το φιλί σου ανέπαφο
για ότι ακόμα δεν αγάπησες
η υπόλοιπη ζωή δεν είναι ξένη,
είναι αταξίδευτη, δική σου.
Ακου τη φωνή που δεν τόλμησες,
κανείς δεν γεννήθηκε από στάχτη.
Ανοιξε τις γρίλιες στο φως.
Η αγάπη ακόμα
Κοιτάζεις το ρολόϊ σου.
Η ματιά σου εκτινάσσεται
στο άπειρο αναζητώντας.
Η σκέψη σου προχωράει
από σκιά σε σκιά
να ενωθεί με το τώρα.
Υστερα η άφιξη,
η υποδοχή,
ο ασπασμός.
Τα μάτια σου
γαλάζια θάλασσα,
αμετάβλητα.
Το χαμόγελο σου γνώριμο
πάντα μελαγχολικό.
Συνηθίζα
την απουσία σου,
συνήθιζα
να υπάρχω σε μια διαίσθηση,
όταν οι σκέψεις επαναστατούσαν
ή πέθαιναν.
Η απόσταση αποσυνθέτει
τους δεσμούς, τις επιθυμίες,
πληθαίνει την ησυχία.
Ετούτη η χαρά
ήταν κάποτε εδώ,
δική μας,
έμεινε πίσω, μακρυά
αφαιρέθηκε από τα πρόσωπα μας.
Ο άνεμος μοιρολογεί
με γλώσσα μυστική,
μια βαριά σιωπή επικρατεί.
Η νύχτα ψιθυρίζει
πως,
η αγάπη είναι ένα αστέρι
που χρειάζεται ουρανό.
Αλήθεια πως
στένεψε ο κόσμος,
πού κάποτε αγαπήσαμε!
Η θλίψη πως άφησε
τα σκοτεινά της χρώματα!
Μία πανδαισία λύπης
μας βαραίνει
πάνω από τη μνήμη
και ύστερα τίποτα.
Η ματιά σου εκτινάσσεται
στο άπειρο αναζητώντας.
Η σκέψη σου προχωράει
από σκιά σε σκιά
να ενωθεί με το τώρα.
Υστερα η άφιξη,
η υποδοχή,
ο ασπασμός.
Τα μάτια σου
γαλάζια θάλασσα,
αμετάβλητα.
Το χαμόγελο σου γνώριμο
πάντα μελαγχολικό.
Συνηθίζα
την απουσία σου,
συνήθιζα
να υπάρχω σε μια διαίσθηση,
όταν οι σκέψεις επαναστατούσαν
ή πέθαιναν.
Η απόσταση αποσυνθέτει
τους δεσμούς, τις επιθυμίες,
πληθαίνει την ησυχία.
Ετούτη η χαρά
ήταν κάποτε εδώ,
δική μας,
έμεινε πίσω, μακρυά
αφαιρέθηκε από τα πρόσωπα μας.
Ο άνεμος μοιρολογεί
με γλώσσα μυστική,
μια βαριά σιωπή επικρατεί.
Η νύχτα ψιθυρίζει
πως,
η αγάπη είναι ένα αστέρι
που χρειάζεται ουρανό.
Αλήθεια πως
στένεψε ο κόσμος,
πού κάποτε αγαπήσαμε!
Η θλίψη πως άφησε
τα σκοτεινά της χρώματα!
Μία πανδαισία λύπης
μας βαραίνει
πάνω από τη μνήμη
και ύστερα τίποτα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)