Καλοκαίρι

Καθαρός ήλιος
μαλαματένιος
στον ουρανό κανένα σύννεφο.
Μια δεκαοχτούρα
φωνάζει τα παιδιά της.
Κάτασπρα καΐκια στη θάλασσα
ετοιμάζουν τα δίχτυα τους.
Φέρνω το χέρι στα μάτια,
τα κοιτώ επίμονα
μέχρι να γίνουν μικρές κουκίδες
στο διάφανο ορίζοντα.
Ενας γλάρος στέκεται για λίγο
και έπειτα φωνάζει το όνομα σου,
καλοκαίρι, καλοκαίρι,
στα δυό του χέρια
κρατάει το πέλαγος.

Ανοιξη

Ηλθε πάλι η άνοιξη,
ολοκαίνουργιο το φόρεμα της
γεμάτο μαργαρίτες
και φρέσκα αρώματα.
Ενα πλοίο στη θάλασσα
μου ‘κλεισε το μάτι
και σφύριξε.
Ενα κορίτσι πέρασε
ξυπόλητο
με κλαρωτή φούστα
Ενα χελιδόνι
μου χαμογέλασε.
Αύριο θα σου στείλω
ένα φιλί με τον άνεμο
δεν λέω ψέματα.

Ακόμα είσαι εδώ

Ο ίσκιος σου στάθηκε αμίλητος
πλάι στο παράθυρο,
σε κουβάλησε
εκείνο το μικρό σύννεφο,
σε έφερε εδώ στη μοναξιά μου.
Το ήξερα, σε περίμενα,
πολλά καλοκαίρια.
Τα φιλιά σου
είναι ακόμα εδώ
ξεχασμένα,
δεν έχουν φύγει.
Το κίτρινο κοκαλάκι σου
είναι στον ραφάκι του καθρέπτη
όπως το άφησες.
Το λουλούδι που πότιζες
στη κόκκινη γλάστρα
έχει ανοίξει,
μοιάζει με το πρόσωπο σου.
Το χέρι μου
χαϊδεύει μια τούφα γέλιο.

Τίποτα

Δεν μου άφησες πολλά
να θυμάμαι,
μονάχα κάτι στιγμές
περαστικές.
Ασπρόμαυρο τοπίο ομίχλης,
κρεμασμένο από τον ουρανό,
μια λάμψη παράξενη
στην καταιγίδα,
κι έπειτα τίποτα.
Ο,τι έμεινε από σένα
μία σκουριασμένη σκιά
ένας άδειος δρόμος.
Ανώφελο ταξίδι χωρίς σημάδια,
δεν έχει πέρασμα πίσω.
Tίποτα,
το δικό σου παρελθόν
σελίδα που λείπει,
δεν έχει ήχο η φωνή
να σε ακολουθήσω,
το τραγούδι γυμνό,
δεν έχει σκοπό.
Η μορφή,
από χώμα, νερό και θλίψη,
ολότελα δική μου.
Το πρόσωπο σβησμένο
στην ανοιξιάτικη λιακάδα,
Το πέλαγος, το μελτέμι,
ύστερα η αγάπη
ψηλά στο λόφο,
θα ήταν αλλιώς,
αν ερχόσουν,
αλλιώς...
χωρίς τέλος.

Αιθέρια γκρι

Ημουν εκεί έτοιμος
να κάνω το όνομά σου τραγούδι,
είχες αργήσει, όλα είχαν φύγει,
η ορχήστρα, το ακροατήριο,
όλα είχαν σκορπίσει,
σπασμένες νότες,
σκισμένες αφίσσες,
η θέση σου άδεια.
Είχα μείνει μόνος,
ήλθες ήσυχα ήσυχα
αποκαλύφθηκε δειλά
το ανεξήγητο της ήττας,
κοιτούσες το άπειρο
δεν είπες τίποτα.
Ενα φεγγάρι φάλτσο
ακούμπησε στα μαλλιά σου,
ασημένιες ανταύγειες
φωτίζαν με αιθέρια γκρι
το πρόσωπο σου.
Αφησες το άλλοθι
να καταρρεύσει,
από την νύχτα αναδύθηκε
η άλλη εκδοχή της σιωπής.

Το παλιό μου σακάκι

Το παλιό μου σακάκι
φυλαγμένο,
έχει μέσα όλους τους φίλους,
φίλους παντοτινούς.
Ταξίδι μνήμης,ταξίδι ψυχής
Νίκο, Γιάννη
καλό ταξίδι φίλοι
στην ακτή της νύκτας.
Γιώργο, Ηλία, Νίκο,
Δημήτρη, Νικόλα,
δεν ξεχαστήκαμε,
τη διαδρομή δεν υπολογίσαμε,
μεγάλωσε το βήμα μας,
βυθιστήκαμε στο μέλλον.
Ο χρόνος
δανείστηκε κομμάτια από το παζλ.
Τα πεπραγμένα
φυλαγμένα κι αυτά,
στο συρτάρι των αναμνήσεων,
θαμπά, ξεθωριασμένα.
Ελάτε φίλοι μου
να δέσουμε την πληγή του χρόνου.
Ελάτε να γευτούμε την δροσοσταλιά
των παιδικών μας χρόνων,
την αθωότητα
μιας άδολης νιότης
που αφήσαμε πίσω.

Η αγάπη μέσα στη νύχτα

Η νύχτα κρέμεται από τη νύχτα.
Με βήματα αργά η σκέψη μου
σε προσεγγίζει.
Δίνει πίσω ένα παλμό
που τον νοιώθει πως είναι
μακρυνός, ξεχασμένος.
Η μεγάλη μοναξιά
αυτό που καιρό περίμενα.
Οι χαμένες αγάπες
όρκοι παντοτινοί,
που δεν κράτησαν.
Η τραυματική απουσία.
Όλα είναι εδώ.
Μάτια αστέρια
σταλάζουν το φως
τρυπούν και πληγώνουν.
Η νύχτα
η αγάπη μέσα στη νύχτα
για πάντα χαμένη.

Χαθήκαμε

Χαθήκαμε,
έτσι απλά χαθήκαμε
και τίποτα δεν είναι όπως πρώτα.
Τα φιλιά
σκόρπια πουλιά,
που ήταν κάποτε μαζί μας.
Το ταξίδι
που ήταν γιορτή
μια συνηθισμένη μέρα.
Χαθήκαμε,
έτσι απλά χαθήκαμε
και δεν έχω τίποτε άλλο
να ζητήσω,
είπες για μένα
σε μια έκταση στιγμής.
Δεν έχεις τίποτε άλλο
να μου δώσεις
είπες πάλι σε μένα
στην ίδια έκταση,
δεν έχω χρόνο
είπες
η Χαλκίδα δεν ήταν για σένα.

Είσαι μακρυά

Πώς μέσα σε τόση αγάπη
χάθηκες;
Πώς να σου θυμήσω
την αγάπη μας;
Δεν φτάνει η δική μου νοσταλγία
που ακολουθεί τα σημάδια σου,
ένα κομματάκι από όνειρο.
Σαν δύο φύλλα γυμνά
γνωριστήκαμε.
Η καρδιά σου
στα χέρια σπαθί
να σκίζει την πανοπλία
του έρωτα,
παράθυρο
που βλέπει στο φώς
με τα φύλλα κλειστά.
Βασιλεμένο το βλέμμα.
Κρυφό μαχαίρι
ο χρόνος
γυρίζει στην πληγή,
στο κενό που άφησες.
Είσαι μακρυά.
Είμαι ακόμα εδώ.
Ξημερώνει Τρίτη.

Ηθελα να σ αγαπώ

Ήσουν ο πιο γλυκός πόνος
δεν μπορούσα να προσπελάσω
τις επιθυμίες μου,
να ξεχωρίσω το μαχαίρι
από το χάδι το φευγαλέο.
Εσύ
ζητούσες μιά ακτίνα
και γω σου χάριζα
ολόκληρο τον ήλιο.
Εγώ
ζητούσα ήλιο
και συ μου χάριζες
μια χαραμάδα φωτός.
Πικρή αιχμαλωσία
πλανόδια γύρω σου, νωχελική.
Θυμάσαι άραγε;
Στην άκρη της πόλης
την ώρα που έσβηνε η μέρα,
δάκρυσες, σε πίστεψα,
όχι γιατί ήθελα να σε πιστέψω,
αλλά γιατί ήθελα
να σ΄ αγαπώ.

Δάφνη

Δεν ξέρω
αν ήταν δύο σταγόνες βροχής
ή τα δάκρυα σου.
Δεν ξέρω
αν είσαι άλλο αστέρι
ή άλλος ουρανός.
Ωρίμασε το πρόσωπό σου
μέσα από την στιλπνή ανταύγεια,
το φως από τις γρίλλιες,
το πρόσωπο σου ξανά,
το ημίφως.
Τινάζω το όνειρο από την σκέψη.
Είσαι εκεί και περιμένεις,
ένα μικρό τριαντάφυλλο,
ένα ταξίδι για τον Έβρο.

Το όνομα σου

Ονομα γλυκό
μάτια πράσινα,
αγάπη του καλοκαιριού
και της αλμύρας.
Ονομα γλυκό
φθινοπωρινή ψιχάλα,
πρωτοβρόχι του έρωτα,
της προσδοκίας,
του ατέρμονου κάλλους.
Ονομα γλυκό
μυστικό μου όνειρο,
ήλιε του χειμώνα,
κέντημα αστροφεγγιάς.
Γλυκό μου όνομα
διάφανη θάλασσα,
ανείπωτη άνοιξη,
αεράκι χρωμάτων.
Αγάπη καταλυτική
Χρόνιε έρωτα.

Diem ex die

Tα πρωϊνά
γυμνή γοργόνα
μαγεύεις τα πέλαγα
με το κορμί σου.
T
α μεσημέρια
τρομαγμένα σύννεφα
σκορπάνε στον ορίζοντα,
μόνο με την ανάσα σου.
T
α βράδυα
αστέρια σκυθρωπά
μονολογούν
και σβήνουν με θλίψη,
όταν ανταμώσουν
τα μάτια σου.
Λάτρης της αγάπης,
του έρωτα σου τρυφερή σκιά,
ψίθυρος, κραυγή,
τρυφερά σε αγγίζω.
Είσαι
η ισορροπία του παρόντος,
η πνοή της αγάπης,
οι επόμενες μέρες,
το απαλό ροζ του μέλλοντος.
Σ’ αγαπώ πολύ.

Σαν σκέψη

Σαν σκέψη που από καιρό
έχει ωριμάσει στο μυαλό,
ακαθόριστα σε ονειρεύομαι.
Αναρίθμητες επιδράσεις
περιβάλλουν
την βεβαιότητα μου,
η νοσταλγία δεν είναι πια φίλος.
Μη γυρίσεις
άσε με στο όνειρο,
θα σου μιλώ σαν νάσαι εδώ,
εδώ για πάντα,
σ αυτό το ξέφωτο της σκέψης
και του ονείρου.
Μισές ώρες
γεμάτες από λόγια ψιθυριστά.
Αναβολές διαρκείας,
κουράστηκα
να γυρίζω αντίστροφα στο χρόνο.
Η πραγματικότητα
είναι μία οδύνη,
ένα κομμάτι
από το κλειδωμένο
πρόσωπο σου.

Λίζα

Το πρόσωπο μου
σε μια παράξενη θλίψη
αφημένο, πικρό.
Η σκέψη μου
παλινδρομεί στο κενό χαμένη.
Εβγαλες την αλυσίδα
για τελευταία φορά
και σύρθηκες έξω,
ελεύθερη, αγέρωχη
όπως ήσουν χιλιάδες χρόνια.
Άγγιξες την αιωνιότητα
με την ύστατη αναπνοή σου
και έτσι σε έχασα
για πάντα
πιστή και αγαπημένη φίλη.
Η αέρινη παρουσία σου,
οι όμορφες στιγμές
αμέτρητων ημερών,
οι δικές μας στιγμές
στριφογυρίζουν στο μυαλό μου.
Θα σε θυμάμαι πάντα.
Αντίο Λίζα,
Καλό σου ταξίδι,
ψάξε καλά εκεί που πήγες.

Να με θυμάσαι

Δεν είναι τα μάτια σου η χαρά
μήτε τα χείλη σου η δροσιά
δεν είναι.
Χιλιάδες στολίδια
ψάχνουν απελπισμένα
τα χέρια σου,
άδεια σε γυμνό φόντο.
Έφυγες,
όλα μόνα κουβαλάνε
ό,τι άγγιξες,
τα πρωϊνά, τα μεσημέρια, τα απογεύματα,
τα βράδυα, αυτά πιο πολύ,
το οτιδήποτε χωρίς εσένα.
Η απελπισία της απουσίας,
πιο δυνατά γίνεται πράξη,
η πράξη που γινεται αντίστροφη μορφή,
που παλιώνει το γέλιο σου,
θαμπώνει το πρόσωπό σου.
Όλα τέλειωσαν
στην άκρη των φόβων σου,
κάπως βιαστικά σβήσαν τα φώτα,
έφυγες
δεν πρόφτασα να δω
τα τελευταία σου βήματα.
Η αγάπη
ανήκει σε όποιον δάκρυσε
και το δάκρυ
σε όποιον αγάπησε.

Δεν μπορείς

Με κρατάς
σαν να θέλεις να φύγω,
σαν να θέλεις να ξεχάσω,
ότι σε θυμίζει.
Μέσα από τα μάτια σου
είδα τον ήλιο να ανατέλει,
είδα τον κόσμο.
Μέσα από τα χείλη σου
γεύτηκα την αιωνιότητα.
Γυμνός
μέχρι τα βάθη της ψυχής
τάϊσα του πόθου τα προσχήματα.
Δραπέτης μετέωρης νύχτας,
που δεν λέει να ξημερώσει,
αναζητώ
τον ομφάλιο λώρο της μέρας.
Με κρατάς σαν να θέλεις να φύγω.

Μελαγχολία

Θα μπορούσα να φύγω,
πολύ απλά,
έτσι όπως πετάει κανείς
μια μπλέζα.
Σε χρειαζόμουν,
το ήξερες,
ήξερα και εγώ
πως ήταν ψευδαίσθηση
οτι θα μπορούσαμε να φτάσουμε
σε παρυφές συμφιλίωσης.
Ήξερα πως ήταν αφέλεια
να προσπαθήσω να σε κάνω
να αγαπήσεις στούς ίδιους τόνους.
Ηταν χίμαιρα
να προβάλω μέσα σου
ένα κόσμο απαγίδευτο.
Σ αγάπησα πολύ,
πιο πολύ
απ όσο μπορούσα,
πιο πάνω
από όσο άξιζες.
Με αγάπησες και εσύ,
«με το δικό σου τρόπο».
Κάθε μέρα
βυθιζόμουν όλο και πιο βαθειά
σε μία πλημμυρίδα πίκρας.
Βυθιζόμουν σε μια αδιαφορία
που την έλεγες αγάπη,
σε μια αφαίρεση
που την έλεγες αγάπη.
Μ αυτή την αγάπη
άγγιξα ένα άθλιο πυθμένα.

Η αγάπη του τίποτα

Την πρώτη φορά
ένας απρόσμενος έρωτας
μάντεψε το σημείο
του προορισμού.
Την δεύτερη
δεν έμενα πια εκεί.
Σε θυμάμαι.

Παραίσθηση

Φώτα πολλά,
πολύχρωμα φώτα,
γύρω, παντού.
Μονάχα εδώ
φωνές από το παρελθόν,
σε άδειο δωμάτιο,
σκοτεινό, απέραντο,
αντίλαλος παραχαράκτης
νά ‘ναι το σ’ αγαπώ.
Ναυαγός χαμένου προορισμού
το χέρι μου
να αναζητά το σώμα σου.
Ρόδινες παραισθήσεις
σκιές από το μέλλον,
έρημο στόμα από φιλιά.
Το άρωμα σου χάθηκε
η βαθειά σου ανασαιμιά,
πού ‘ναι τα μάτια σου;
το άγγιγμα σου;
Απόμεινες εκεί
ολομόναχη μέσα στο πλήθος,
απολιθωμένη ύπαρξη
κεχριμπαρένια,
να γνέφεις το μαντήλι
του αποχωρισμού

Χρυσάνθη

Πριγκήπισσα
πού χάθηκαν οι φίλοι;
Ποιά χέρια που σ αγκάλιαζαν
γίναν μαχαίρια;
Αλλαξαν το τοπίο,
άλλαξαν το γέλιο σου.
Δρόμοι χάθηκαν
και γίναν
διάδρομοι δικαστηρίων,
καταγγελίες ντροπής,
επιτροπές ενστάσεων.
Τα καταγάλανα μάτια σου
έκπληκτα.
Πόσο παράτονα
πόσο αχάριστα
αντηχεί η λατέρνα.

Για τελευταία φορά

Για τελευταία φορά
φίλησε με
πες μου αντίο
απαλά χωρίς θόρυβο.
Στάλες δάκρυα
να μουσκέψουν θλιμμένα
λίγο λίγο
την καρδιά μου.
Υστερα
χίλια κομμάτια να σκορπίσω,
τίποτα να μη θυμάμαι,
καμμία αχτίδα μνήμης,
καμμία διαδρομή,
κανένα προορισμό,
να μην ελπίζω τίποτα.

Είναι η ζωή

Είναι η ζωή ένα ταξίδι, μιά πορεία
μέσα σε κόσμο απατηλό γεμάτο πάθη,
και δεν μας νοιάζει κανενός η απορία,
αν είναι η θάλασσα ουρανός κι επάνω βάθη.

Δεν μας αγγίζει ο πόνος του δυστυχισμένου,
ούτε του διπλανού η ανέχεια και η λύπη,
η αγάπη μοιάζει μοίρα κάποιου ξεχασμένου
παραμυθιού, που η μέση και το τέλος λείπει.

Είναι η ζωή μιά ευλογία, που σπαταλάμε
και την πετάμε με ευκολία στον καιάδα,
με λόγια ανάξια για τον άνθρωπο μιλάμε
πούναι ψηλά, για μας η κορυφή ζαλάδα

Στον Μάριο Τόκα

«Σ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα»
μα συ ταξίδεψες για κόσμους άλλους,
θα σε θυμίζουν μουσικά αποτυπώματα,
παρέα τώρα θα μιλάς μ’ άλλους μεγάλους.


«Στη λεωφόρο της αγάπης» σε περίμεναν
ο Γιάννης, η Χαρούλα κι ο Διονύσης,
οι στίχοι του Αραγκόν μονάχοι απόμειναν,
σφιγμένα χείλη, σφαλιστά, πώς να μιλήσεις.

«Η εθνική μας μοναξιά» όλο κι αυξάνεται,
στο πρόσωπο το γέλιο λιγοστεύει,
μα το δικό σου γέλιο Μάριε δεν χάνεται,
στη μουσική σου και στο φως θα βασιλεύει.

Αν χρειαστεί

Αν χρειαστεί
να σου προσφέρω θυσία,
λάφυρο εξαγνισμού να σου δώσω
την ίδια μου τη ζωή.
Μη διστάσεις.
Χρόνια τώρα προσπαθώ να ισορροπήσω
σε ένα ανύπαρκτο σχοινί.
Ανταύγειες αιχμηρών αντικειμένων
περιμένουν να μυσταγωγήσουν
στη σάρκα και στο αίμα μου.
Πώς κόβεται η νύχτα στα δύο;
Από εδώ νύχτα και από εκεί νύχτα.
Πώς κόβεται η ζωή στα δύο;
Εγκαταλειμένο πλοίο
σε ταραγμένα νερά,
σε απρόσιτη θάλασσα.
Ετσι βουλιάζω χρόνια τώρα
κομμένος στα δύο.
Αν χρειαστεί να σκοτώσω
τη σκοτωμένη από καιρό ζωή μου,
μη κλαίς, κάνε ένα νεύμα.
Μη διστάσεις.

Ερωτας φως

Αν με αγαπάς
μη με αρνηθείς,
κλείδωσε δυό φορές την πόρτα,
πες μου πάλι το αγαπημένο παραμύθι,
πως η γη είναι άδεια χωρίς εμένα,
πως δεν υπάρχουν άλλοι δρόμοι
και συ δεν έχεις όνομα.
Ασε το γέλιο σου
να με ταξιδέψει
από τη δύση μέχρι την ανατολή,
με κατάλευκα πανιά
σε αρχαίους ήλιους,
σε όλα τα θαύματα της γης.
Αν με αγαπάς
θα είμαστε εδώ,
μαζί,
έρωτας φως,
στον μπαλκόνι του ονείρου
με θέα τον κόσμο.

Χωρίς εσένα (Θλίψη)

Δεν ήλθες
και κανείς δεν ξέρει πότε,
ούτε και συ.
Ατελείωτος ο χρόνος.
Ο χώρος γυμνός,
το βράδυ εφιαλτικό,
κρύο, χωρίς εσένα.
Η αναμονή καταγράφει
ανθεκτικούς μονόλογους.
Πορεία στο πουθενά
με πρόσωπο ασχημάτιστο
χωρίς περίγραμμα,
χωρίς τίποτα να καθορίζεται εντός,
ασυνείδητη ενοχή ή κάπως έτσι.
Ο παράδεισος μου
γέμισε φράκτες,
χορωδίες βροχής,
καταιγίδες θλίψης
και ρωγμές από πρόθεση.

Ταξίδι

Καλλίγραμμες ακτίνες ήλιου
από λεπτό ατόφιο χρυσάφι.
Μαγιάτικη μέρα, όμορφη,
με γαλάζιες αποχρώσεις ανέμου.
Φιλόξενη η αγκαλιά του Αιγαίου,
στο βάθος ήρεμη
η γραφή των κυμάτων,
χαϊδεύει τον ορίζοντα.
Ταξιδεύεις,
στη ρότα σου
άσπρα θαλασσοπούλια,
ολούθε γύρω
αψίδες διάφανων χρωμάτων
προβάλουν τη λαμπρότητα τους.
Ολα είναι εξαίσια.
Η πυξίδα
με περισσή ακρίβεια,
δείχνει γενναιόδωρα
τον έρωτα
και ο έρωτας
με πολλαπλή ακρίβεια
το γυμνό κορμί σου.

Σε θυμάμαι ερήμην

Μικρή μου θάλασσα
έγινες πέλαγος,
σε κράτησε το απέραντο,
το αχανές, το άπειρο.
Με ανάστροφες κινήσεις
παγιδεύτηκες
σε άγνωστους τόπους.
Κοιτάζω τον ορίζοντα
πέρα μακρυά,
κατά το νότο
κατά το αόριστο.
Επιστρέφω στην μνήμη,
μου χρωστάς
μιά υπόσχεση και μια ελπίδα.
Αλλάζω όψη,
επεξεργάζομαι το ελάχιστο,
μεγεθύνω την λεπτομέρεια.
Ζωγραφίζω το όμορφο,
ζεστό ακρογιάλι,
που θα σε υποδεχόταν,
μόνο που δεν θάσαι πια
η δικαιολογία,
θάσαι το τέλος.
Ανοίγω το στόμα,
το τραγούδι
είναι για σένα.
Χαμένη μου αγάπη
σε θυμάμαι ερήμην.

Εναλλάξ

Μυστικά ανέγγιχτα,
φυλαγμένα καλά
από τις νυχτερινές περιηγήσεις σου.
Φοβάσαι
την παλίρροια των αισθήσεων,
τον ιστό της αγάπης,
την άμπωτη της ηδονής,
τη λήθη.
Σελίδες, λευκές συναισθημάτων
εναλλάσσονται.
Ασταθείς προτιμήσεις
πλανόδιων εραστών
σε προκαλούν.
Φοβάσαι
τις υποψίες που αποκλείεις,
τους μετανάστες ήχους
που έχουν προορισμό
την μετριοπάθεια των άλλων.
Ζεις
στην ερωτική έξαρση
της μεγαλούπολης.
Πεθαίνεις κρυμμένη.

Κάπου σε ξέρω

«…υπαρχουν ομως φιλοι που ειπαν θα τα ξαναπουμε και δεν τους βλεπεις ποτε και αν τους δεις μετα απο χρονια θα σου πουν καπου σε ξερω…» “Κορνος29”

Αποτυπώματα καλυμένα
από τη σκόνη του παρελθόντος,
στρωμένο σεμέν στο τραπεζάκι
της λανθάνουσας μνήμης.
Αντικείμενα βαριά
σε ρόλο δόλιων καταπιεστών
κι όμως
κάπου σε ξέρω.
Θεατής στη δική σου ζωή
θεατής στη δική μου
στέκω εκεί,
κάτοχος άπειρης γνώσης,
ευοίωνος παραστάτης,
δεσμοφύλακας των ονείρων μου.
Θέλησα να σε ξεχάσω,
θέλησα να μη σε ξαναδώ
και όταν τυχαία θα σε συναντούσα
να πω
κάπου σε ξέρω,
αλλά πώς να σε απαρνηθώ;
είσαι η μόνη μου αλήθεια.

Αστυπάλαια

Πέρασε τόσος καιρός,
τόσα ξεχασμένα καλοκαίρια,
η πιθανότητα να σε ξαναδώ
σπασμένα κομμάτια,
διασπαρμένα
σε κείνο το βαθύ το μπλε
της αβύσσου.
Τραγούδι αλγερινό
σε προηγούμενη ζωή,
παιδί πικρό και μεις,
χαμένοι σε σεισμό
στη γυάλινη σφαίρα της Λήδας.
Παραπονεμένος αμανές
βαρύς σαν πέτρα,
σε ένα παρόν που δεν χωράει,
αλυχτά, διαγράφει κύκλους
σε επιφάνεια δακρύων.
Κράτα το ίσο,
αγέρα μου κάποτε,
μην εκτίθεσαι σε ανάποδο καιρό.
Κράτα το ίσο,
βραδυνή, ανυπόταχτη σκιά,
όπως και γω κράτησα
το απρόοπτο και τα δύσκολα
μιας σχέσης,
παραδομένης στο δεν.

Κάρμεν, Ελεν ή πως αλλιώς

Σε φευγάτες ιστορίες
ακουμπάς, ελπίζεις, ζεις,
το σώμα σου αναπνέει
σε νυχτερινά λαμπιόνια,
η ψυχή σου ασφυκτιά
σε νυσταγμένα ημιυπόγεια
και η παράσταση αρχίζει.
Αυταπάτη ενός λεπτού,
αγοραίος έρωτας φτηνός
ευδοκιμεί μες την σιωπή.
Η ζωή αποσβένει την αξία της,
σε πληρωμένο ρυθμό
ηδονικής προσομοίωσης.
Πόσους αναγνώστες του κορμιού σου
άφησες να μελετήσουν
μιά τρελλή ακατονόητη μοίρα;
Δεν θα γίνεις ποτέ αγαπημένη,
δεν θα αισθανθείς ποτέ το άγγιγμα
από ένα χάδι στο μέτωπο,
την ώρα που κοιμάσαι.
Ποιά κόρη της Νύχτας
σου άναψε με το ραβδί της
κόκκινα φανάρια;
Ποιά ειμαρμένη έγινε νόμος
μη αναστρέψιμος
πάνω από το νόμο της μάνας;
Ποιός χειμώνας σε οδηγησε;
Φυλής και Ιουλιανού γωνία.

Ανισόπεδες διαβάσεις

«Χάρων: Απόδος ω κατάρατε τα πορθμεία.
Μένιππος: Ουκ αν λάβεις παρά του μη έχοντος…»

“Λουκιανού, νεκρικοί διάλογοι”

Ανισόπεδες αφύλακτες
αμετάκλητες διαβάσεις,
χωρίς σηματοδότες,
χωρίς περιθώρια.
Παλιά τραγούδια ξεχασμένα,
χωρίς ρυθμό και αποτυπώματα.
Σ αυτή τη νύχτα που κλαίει,
σ αυτή την επαίτειο
του χαμού σου,
έρχομαι ένα βήμα πιο κοντά,
προσεγγίζω
σαν άγιος που αμάρτησε,
την κόκκινη γραμμή που με χωρίζει
από το βυθό του παρελθόντος.
Διάτρητο το σημείωμα σου βρήκα,
“εν έτει 1981, Γιάννης”
παρέα ανεκπλήρωτη, ξεστρατημένη,
αρνηθήκαμε δεν τολμήσαμε,
Μίλλυ, Ζαρίνα, Στέλλα
και σταυρωτά εμείς,
εσύ που ξεκίνησες
και γω που σε θυμάμαι.

Αιγόκερως

Από το βάθος της νύκτας
αναδύεσαι φωτοστέφανο
πανόπτη ήλιου,
αρχέγονη, έτοιμη πάντα,
με καλά διαφυλαγμένα
τα μυστικά σου σημάδια.
Δεν σε γνώρισα.
Χιλιάδες χρόνια
στο απέραντο σύμπαν
περιστρέφεσαι,
μετέωρα καθορισμένη,
καθώς
ήλιος εσύ,
και γω σκοτάδι ουρανός,
φθαρμένη σκιά
που περιμένει απόδοση φωτός.
Είναι η αναμονή ελπίδα
και η ελπίδα καθώς λένε,
η πιο βαθειά πληγή,
μια σπιθαμή πίκρα
σε άδειο πρόσωπο.

Στο πρακτορείο

Φωνές, τσιγάρα,
κρεμασμένα μόνιτορ αδημονίας.
Αριθμημένα μπαλάκια
στροβιλίζονται.
Τζακ ποτ!
H
Θεά Τύχη παίζει.
Ολοι έχουν βάλει στο μάτι
το αμαξάκι των ονείρων τους
και εκείνο το καϋμένο
τσούζει κατακόκκινο
από το στριμωξίδι,
πού να χωρέσει
ολόκληρο αμάξι μέσα του;
Κουβέντες, αγωνία,
ελπίδα, αναστεναγμοί,
ατάκες…
δεν θα μου ξεφύγει,
φέτος είναι η χρονιά μου…
έχω ένα σύστημα αλάνθαστο
σαν το κανάτι της Βασιλειάδου...*
Είμαι και εγώ εδώ,
είσαι και συ
στο πρακτορείο η παρελπίδα,
στο πρακτορείο μήπως.

* Η θεία από το Σικάγο, ελληνική ταινία του 1957

Διττή μέρα

Η μέρα το πρωΐ,
φοράει ακριβό κοστούμι,
ή κάποιο όμορφο ταγέρ,
χρώμα επιταγής μόδας,
επώνυμη μεταξωτή γραβάτα,
παπούτσι δίσολο,
ή γόβα στιλέτο
και ύφος αυστηρό.
Είμαι εγώ, μ’ ακούς;
ο από θέση ισχύος,
ο απροσπέλαστος,
το αφεντικό.
Η μέρα το απόγευμα,
βγάζει τα ρούχα τα ακριβά,
μένει ξυπόλητη, με το βρακί,
τρώει με τα χέρια
γλύφει τα δάχτυλα.
Ειμαι εγώ, μ’ ακούς;
ο ένας από εσάς,
ο κολητός,
ο προσπελάσιμος,
ο εαυτός μου.

Αγάπης εγκώμιο

Δεν κουβαλάς την αγάπη,
είσαι η αγάπη.
Πικρό παράπονο άλλοτε
κι άλλοτε μάτια αγγελικά,
που συγχωρούν.
Κόκκινα χείλη,
που ψιθυρίζουν παρεκκλίσεις.
Σπαθί γυμνό,
έτοιμο να χαράξει
ανεξίτηλες λάμψεις
στους δρόμους της καρδιάς.
Αψίδα ουράνιου τόξου
μετά από βροχή.
Πανί ανοιγμένο στον άνεμο
για μυθικό ταξίδι.
Κυκλοφορείς με πάθος
μέσα στις φλέβες,
δεν προσπερνάς,
σαν μια πανσέληνος ονειροπόλος
στέκεις,
σαν γεγονός, σαν πρόταση,
σαν δειλινό ασυγχώρητο.
Δεν είσαι κρυμμένη στην ψυχή
ούτε απρόσμενη μοίρα,
είσαι το ρίγος που ορίζει,
ρούχο βγαλμένο βιαστικά
πριν τον έρωτα
κι έπειτα έρωτας.

Σκιάθος

“Σε θυμάμαι άγιε πατέρα στα εννιά μου, να προσπαθείς με μακροβούτια να ξεκολλήσεις την άγκυρα στη μικρή μας εκδρομή απέναντι, στο Ασπρονήσι ή στον Τσουγκριά δεν θυμάμαι πιό νησάκι ήταν.”

Ξημέρωμα στο Αιγαίο,
φως εισβάλλει αβέβαιο
στην προκυμαία,
πάνω απ το Μπούρτζι.
Ο Παπαδιαμάντης
έναν αιώνα βλοσυρός
σε ουράνια προτομή,
αιωρείται ολομόναχος,
πάνω από τις Σποράδες.
Η Φραγκογιαννού στο Κακόρρεμα,
μες την σιωπή και μες την σκόνη,
πάντα έτοιμη να απολογηθεί
στο δικαστήριο της ψυχής της.
Το πλοίο της γραμμής
άσπρος μικρός κύκνος,
στο βάθος του γαλάζιου ορίζοντα
μεταφέρει νέα αισιόδοξα σχέδια,
για το φετεινό καλοκαίρι.
Ο παπα-Γιάννης στις πάνω γειτονιές,
ακολουθία εν τω όρθρω
σε πλάγιο τέταρτο,

«Καταπλήττει αληθώς, τας διανοίας των πιστών»
Βουβή η μνήμη σε προσκαλεί,
κράτα με πατέρα,
όπως τότε, από το χέρι,
ξέφυγε για λίγο,
από τον κρυμμένο κόσμο των θεών,
σε νοστάλγησα,
πάντα σε θυμάμαι,
ξεκόλλα την άγκυρα από το βράχο,
περήφανα να σαλπάρουμε.

Καινούργια μέρα

Ξημερώνει στην πόλη,
τα παράθυρα όπου νά ’ναι,
ακόμα μια φορά
θα ανοίξουν στο φως,
μικρά τριαντάφυλλα.
Η αυγή κατάλευκο χέρι,
αιώνες τρυφερό,
χτυπάει δειλά την πόρτα.
Αιχμάλωτη η νύχτα,
διπλώνει το μαύρο της φόρεμα
έτοιμη να δραπετεύσει,
χωρις να αποκαλύψει τα μυστικά της.
Νά και ο ήλιος σιωπηλός,
προβάλει μέσα από τους αιώνες
ακούραστος ταξιδιώτης,
σεμνός προσκυνητής
μυστηριακής συνάντησης.
Ο ήλιος,
που πάντα προσφέρει
φώς και γαλήνη
και ένα σίγουρο ουρανό.
Ιδού λοιπόν
άσπιλη, αμόλυντη,
άγραφο χαρτί,
μνήμη χωρίς παρελθόν
υποθήκη χωρίς μέλλον,
η καινούργια μέρα.
Η ιστορία έτοιμη
να καταγράψει τα σημερινά συμβάντα,
της φύσης τα σωστά
και του ανθρώπου τα λάθη.

Υστερόγραφο

Πού έχεις χαθεί;
Σε ποιά αφιλόξενη σχισμή;
Ολα, κομμάτια βέβαιης πίκρας
στεγνό πρόσωπο πικρό,
κόσμος αψηλάφητος
το ίδιο πικρός.
Δεν θα ‘ρθεις ποτέ ξανά.
Το σημειώμα σου συντριβή.
Η αγάπη γέμισε μονόλογους,
η έκφραση παραίτηση,
ξεχασμένη προσδοκία.
Περιφέρομαι στον ορισμό
εκρέουσας θλίψης,
στη νύχτα που άφησες πίσω,
στην σιωπή των λέξεων.
Φοβάμαι την σιωπή,
τα μαύρα ξέφωτα,
τις ανεπαρκείς αιτίες
αποτρόπαιας φυγής.
Δεν διεκδικώ
επίπλαστη αγάπη,
δεν θέλω να πιστέψω
το υστερόγραφο σου.
“Αρνούμαι την εξάντληση,
τις παλιές αγάπες,
εγώ κοιτάζω το διαυγές μέλλον μου,
μωρό μου αντίο”.

Αόρατο πέρασμα

Σε βλέπω που περνάς
μέσα από αόρατους διαδρόμους,
από τα σημάδια που αφήνεις
στα σημεία προορισμού,
προσεκτικά, σκόπιμα.
Μαντεύω τις λέξεις σου
με μια κυκλική ακολουθία
λογικών υποθέσεων.
Δεν ξοδεύεσαι ψεύτικα,
δεν ξεχνιέσαι σε οράματα,
συνειδητή η απουσία σου
απογράφεται εμπρόθεσμα.
Τα μηνύματα σου λιτά,
επιμελώς συμπαγή,
διακριτικά, ευπρόσιτα.
Δεν μιλάω συχνά μαζί σου,
δεν σε προσδιορίζουν
αποχρώντες υπαινιγμοί,
υποθετικά συμπεράσματα,
αλλά πρέπει να το πω.
Η σκέψη μου πάντα
φοράει κάτι δικό σου,
ένα μυστικό σου γέλιο
στη διαπασών.

Επαρκείς αιτίες

Με πληγώνει καμιά φορά
αυτή η σιωπή,
που δεν έχει επαρκείς
αιτίες ύπαρξης.
Κρύβω την ανάγκη
να διαπεράσω με μυστικά βήματα,
εκείνο το φράγμα της σιωπής σου.
Σου ζήτησα,
να μη μετράς την αντοχή μου
με χιλιόμετρα,
να μη σχεδιάζεις την μοναξιά μου
με χαμόγελα.
Υπερασπίζεις με υπεροψία
τις αισθήσεις σου
χωρίς επαρκή επιχειρήματα.
Η ψυχή μου,
μια θάλασσα σκότους
που δεν μπορείς πια
να την διαπλεύσεις.
Κουράστηκα τις αγάπες,
που σωπαίνουν,
τις λέξεις,
που τρίζουν από αχρηστία.
Με απομακρύνουν
οι βροχές θλίψης που μου χαρίζεις.
Τα μάτια μου
παγιδεύουν με δάκρυα
ένα βαθειά κρυμμένο μέλλον.

Το κουτί

Σου χάρισα σε ένα κουτί
ένα μικρούλι δώρο,
παλιές φωτογραφίες σου
δεμένες με κλωστούλα,
μικρό παιδί σαν ήσουνα
ψυχούλα μου, άγγελε μου
σαν τώρα νάναι που άκουγα
την πρώτη σου φωνούλα.

Σου χάρισα κι ένα σταυρό
που η μάνα μου είχε δώσει
μικρό παιδί σαν ήμουνα
άγγελος και ψυχή της,
άνοιξε τις φτερούγες σου
πέτα ψηλά ως τ΄άστρα
θα 'μαι για σένα ουρανός
λαμπρός αποσπερίτης.

Τώρα που μόνη σου μπορείς
και χτίζεις τα όνειρα σου
μη λησμονήσεις, να 'σαι φως
γλυκό σαν την αυγούλα,
σε ότι θελήσεις, θα 'ναι εδώ
ο γέρος σου πατέρας,
που ατέλειωτα σ αγάπαγε
σαν ήσουνα παιδούλα.

Κλαίω απόψε από χαρά
που ‘σαι ντυμένη στ΄άσπρα,
μα πιο πολύ αγαπούλα μου
σαν μούπες βουρκωμένη,
πατέρα κράτα το κουτί
περίσσιο είναι για μένα
το ακριβό το δώρο σου
ποτέ δεν θα το βγάλω.

Ζήλεια

Μια ξυραφιά αιμορραγούσα
στου μυαλού τα ακατανόητα
ανεπαίσθητα με εξαντλεί.
Είναι η ζήλεια.
Δεν αγαπώ το αίμα,
αγαπώ την πληγή
που είναι από σένα.
Η νύ
xτα απόψε,
ανεξήγητα με κάνει και πονάω.
Είναι η νύχτα που συνάντησες,
που κάθεται ανεξήγητα διπλα σου
και σου μιλάει.
Ολα τριγύρω,
μέσα στα φώτα είναι σκοτεινά,
το μόνο μου λευκό είσαι εσύ.
Αφησε με να σε αγγίξω,
να γίνω αποδέκτης της αγάπης σου,
να πορεύομαι μαζί σου
στο οπουδήποτε,
αρκεί να είμαι μαζί σου,
να μπορώ να αγγίζω το σχήμα σου.
Φίλα με
όπως την πρώτη φορά που σε γνώρισα
να κρεμαστεί ο ήλιος στα μάτια σου.
Μίλα μου
να παραδοθώ στη φωνή σου.

Τροπικός του αγνώστου

Εγώ όσο ζω θα σ’ αγαπώ
μαζεύω την αγάπη στάλα στάλα
να γίνει θάλασσα,
μαζεύω τα σύννεφα ένα ένα,
να γίνουν το πλοίο
που θα σε φέρει εδώ.
Σπουδή που ξέφυγε σε άγνωστες πτυχές,
σε χώρο θνητό, μοιρασμένο,
είναι το όνειρο.
Ηδονική φωνή σε μυστική αγκαλιά,
βουβή επιθυμία παλινόστησης
είναι το θαύμα.
Ακούσια καταδίκη χωρίς λόγο,
αρχαίο δράμα, ημιτελές,
χωρίς κάθαρση
είναι το μέγεθος του λυγμού.
Αν μ’ αγαπάς
διαπέρασε το κενό,
ανίχνευσε το πέπλο της θλίψης
και βρες το πρόσωπο μου,
δες το σχήμα της μελαγχολίας
σε άγνωστο τροπικό
χωρίς συντεταγμένες.
Εγώ όσο ζω θα σ’ αγαπώ,
με λαβωμένη την καρδιά
σε τόπο μακρινό και ξένο.

Αυτό μονάχα

Νύχτα απαλή από βελούδο εδώ,
εσύ να βλέπεις σε βόρεια πλάτη
φως από μακρυνούς γαλαξίες,
να πιστεύεις σε ένα θαύμα
και γω εδώ στη θαλπωρή μου
να βλέπω μεταχειρισμένα όνειρα.
Εσύ να παίζεις τη ζωή
σε παρτίδα με το χάρο
να θες να είσαι ο νικητής
και γω να είμαι ο χαμένος
της πλήξης και του κορεσμού.
Εσύ να είσαι ολομόναχος, ξένος
σε βαθυκύανο αδιάσπαστο ουρανό

στις κάτω χώρες,
να είναι όλα απελπισμένα μαύρα,
φωτεινές μαύρες ταμπέλες,
μαύροι φωτεινοί σηματοδότες
και γω εδώ, μακάριων βλεφάρων
άσπρος κύκλος.
Αναρωτιέμαι αμήχανος
πώς νά είναι μια ποδοπατημένη νύχτα
σε ξένη πόλη;
Πώς να είναι ένα κλάμα ή ένα τέλος;
Απλώνω αυθόρμητα τα χέρια,
προσπαθώ να αγγίξω τα δικά σου
τα κρύα από την αβεβαιότητα,
να τα ζεστάνω με μία ελπίδα,
με ένα ξημέρωμα, με μιαν ευχή.
Αυτό μονάχα.

Χωρισμός

Πόσες φορές μυστικά,
αυτά τα χέρια δεν τα χάϊδεψα
και γέμισε με φως η ζωή μου;
Πόσες φορές με άγγιξαν
της νιότης σου οι μυρωδιές
και γέμισαν με άρωμα
την μοναξιά μου;
Ξοδεύτηκες, δεν γελάς πιά,
όλη τη νύχτα έκλαιγες, σώπασες.
Το φως λιγόστεψε, κρύφτηκε,
βράδιασε γρήγορα
πάνω από τα κλειστά μου βλέφαρα.
Το άρωμα σου δεν φτάνει εδώ,
δεν έχω πρόσωπο να με σημαδέψει.
Η νύχτα καίει το πέπλο της,
στέκει εκστατική, γυμνή,
σμίγει με το άγρυπνο βλέμμα μου.
Δεν βρίσκω τη φωνή μου,
σαν ανοιχτό πουκάμισο
τυλίγομαι στην απουσία σου.
Ο έρωτας σταγόνα ινδάλματος
στην παλάμη του ουρανού,
σε χώρο ακατοίκητο, χωρίς σύνορα,
ανεξίτηλο παρελθόν.
Δεν φοβάμαι τη σιωπή,
τα σβησμένα φώτα φοβάμαι,
τα κλειστά λυπημένα παράθυρα,
τον στερνό καιρό.
Το καλοκαίρι πέρασε
βιαστικό, πικρό, στέρφο.
Η γεύση του χωρισμού
πικρή κι αυτή, γνώριμη
στα χείλη της ερημιάς.

Η κυρά Ολγα

Τα μεσημέρια
ανάμεσα στον ουρανό και στα σπίτια μας
γινόσουν σύννεφο.
Ενα σύννεφο ξεριζωμένο
από τις χαμένες πατρίδες,
από το Αϊβαλί αν θυμάμαι,
που κάποιος άγριος βοριάς
-δεν είναι της ώρας να λέμε ονόματα-
το κυνήγησε αλύπητα.
Μαζί με τούς χιλιάδες άλλους,
τους συγκριτικά τυχερούς
που γλύτωσαν τη σφαγή,
σε έφερε η τύχη σου στον Πειραιά.
Εκεί σε γνωρίσαμε, εκεί σε ζήσαμε,
στην οδό Κομοτηνής.
Νομίζαμε με τα μικρά μας μάτια
οτι ήσουν χιλίων χρονών,
οτι ήσουν αθάνατη,
γιατί και εμείς έτσι νομίζαμε,
οτι είμαστε αθάνατοι.
Μαθημένη από τα παλιά,
πιστή και υπάκουη στις παραδόσεις
γινόσουν φιλόξενη σκιά,
για να ξαποστάσουν όλοι,
οδοιπόροι και πραματευτάδες.
Είχες ένα γλυκό λόγο για τον καθένα,
πάντοτε πρόθυμη να δώσεις
ένα ποτήρι νερό, μια ανάσα.
Τα μικρά παιδιά,
-εμείς-
σε κυνηγούσαμε τα μεσημέρια,
όσοι την κοπανάγαμε
και δεν κοιμόμαστε,
άλλοτε με πέτρες και άλλοτε
με κείνα τα ντενεκάκια από γάλα,
και συ κυρά Ολγα γελούσες,
ακόμα και τότε γελούσες.
Δεν σου άρεσε να ‘σαι σκληρή,
ούτε καν για να γλυτώσεις από τις πέτρες.
Το γλυκό χαμόγελο σου,
μεγάλο σαν τον ουρανό
και σαν την καρδιά σου
τα χώραγε και τα σχωρνούσε όλα,
ακόμα και τις πέτρες.
Σε θυμήθηκα απόψε,
καθώς κάποιες μνήμες
βγήκαν σεργιάνι στο χτες,
θυμήθηκα εκείνο το σύννεφο
των παιδικων μου χρόνων
και θέλησα μετά από τόσα χρόνια
να σου ζητήσω συγγνώμη.

Πανσέληνη νύχτα

Πρώτα ήλθε το άρωμα σου,
μετά φάνηκε το πρόσωπο σου,
τα άλικα χείλη σου
όστρακα μαργαριταριών
να στολίζουν το χαμόγελο σου.
Τα πράσινα μάτια σου
δυό λαμπερές σταγόνες έρωτα
γεμάτα υπόσχεση.
Τα ξανθά σου μαλλιά,
λουσμένα στις πορφυρές
ηλιαχτίδες της δύσης.
Μου έδωσες το χέρι σου.
ηθελα να το κρατήσω
όλη τη νύχτα,
ήθελα να το κρατήσω
παντοτινά στο χρόνο.
Το σώμα σου είχε ενωθεί
με την πανσέληνη νύχτα,
η ίδια νύχτα ενώθηκε
με το δικό μου σώμα.
Ο έρωτας γέμισε το χώρο
με χιλιάδες φωνές,
εσύ και γω
τεμνόμενα σχήματα
δεν μιλήσαμε καθόλου.
Κανένας μας δεν έφυγε,
αποκοιμηθήκαμε.
Η μέρα άρχιζε χωρίς εμάς,
δεν μας ένοιαζε στάλα.

Το σημείωμα

Εξω φυσάει ο αγέρας
είναι ζεστά εδώ, ήσυχα,
αμυδρές λάμψεις εισχωρούν
από τις γρίλλιες, θα βρέξει,
με ξύπνησε ένα σφύριγμα
διερχόμενου πλοίου.
Αναψα το φως,
το σημείωμα σου στο τραπέζι
“θα ξαναγυρίσω “,
το διάβασα πολλές φορές,
όπως κάνουμε με τα δυσάρεστα,
όπως διαβάζουμε,
τα άσχημα νέα στην εφημερίδα.
Αδειασε το βλέμμα μου
,
το μάζεψα, το δίπλωσα προσεκτικά,
έτσι όπως διπλώνει η καρδιά
σε στιγμές ανασφάλειας.
Θα το φυλάξω,
δεν κατάλαβα γιατί έφυγες,
αναρωτιέμαι,
δεν είχες λείψει ποτέ,
δεν υπήρξε ποτέ εδώ
κανένα σύννεφο γκρίζο,
στο ξέφωτο μας δεν νύχτωνε νωρίς.
Εδώ ο πόνος δεν έκανε περίπατο,
δεν σταματούσε, ήταν πάντοτε ξένος,
τη σιωπή την κουβαλούσε μόνο η νύχτα.
Η νύχτα
και τα κλαδιά των γυμνών δέντρων.
Να ανοίξω τα παντζούρια,
να δω την αποψινή νύχτα,
ίσως να είναι η πρώτη,
που δεν θα μου χαμογελάσει
μετά από πολύ καιρό.
Το πρότυπο μου κλονίζεται
στην πιθανότητα της απώλειας,
έχουν περάσει πολλές ώρες,
έχεις αργήσει,
Φοβάμαι τις προβλέψεις.
Φοβάμαι,
μήπως κάποιος κρίκος,
που αόρατα μας δένει
έχει ανοίξει σε άγνωστο μέλλον.
Τρέμω,
μήπως σκόπιμα έχεις χαθεί
στα ερείπια της νύχτας.
Ενας κόμπος η βεβαιότητα,
στην αρχή της αμφιβολίας.
Eνας κόμπος μονάχα
και ένα σπασμένο είδωλο.

Τα κόκκινα μποτάκια

Δεν πρόλαβα
τα μάτια σου
βαθειά να κοιτάξω,
έφευγες πάντα βιαστική,
όταν όλα ήταν ώριμα
να σε υποδεχτούν,
έφευγες
και τελείωνε η χαρά,
προτού να αρχίσει
το τρελό της κρεσέντο σε ρυθμό έξαψης.
Σε θυμάμαι
με τα κόκκινα μποτάκια,
σπασμένα
στα θεμέλια της Ελλης.
Τα θυμάμαι όλα.
Θυμαμαι το λίγο
από τα μάτια σου,
δύο πράσινα διαμάντια
σε φόντο αγέρωχο, σταχύ.
Θυμάμαι το πολύ
από την απουσία σου
ολοένα να δυναμώνει,
αιχμαλωτίζοντας απέραντη σιωπή.
Δεν σ απαρνήθηκα
δεν ήσουν τυχαία
σε χιλιάδες αστέρια ξεχωριστή
εκτυφλωτική μαρμαρυγή,
ήμουν εκεί... σιωπούσα.
Τώρα πια μπορώ να το πω
σε λάτρεψα περνώντας σε άλλη διάσταση,
δεν θα πω το όνομα σου,
η τελευταία πράξη
μεταίχμιο ανάμεσα μας.

Οδός Θεμιστοκλέους

Εδώ σε συνάντησα,
η κόχη του έρωτα μας
μια σειρά από δένδρα
και έπειτα ακριβώς
εκείνος ο πανύψηλος ευκάλυπτος
στην οδό Θεμιστοκλέους.
Τα βήματα σου στην κατηφόρα
ασταθή καθώς ερχόσουν
από συστολή και φόβο.
Φοβόσουν τα ασαφή βλέμματα,
τον χειμώνα των σκέψεων,
τους άσωτους της ενασχόλησης.
Επέτειος σαν σήμερα,
εκεί που οι άλλοι δεν είχαν ψυχή
γεννήθηκε ο έρωτας μας.
Δεν θυμάμαι τι φορούσες,
θυμάμαι μόνο το γέλιο σου,
εκείνο το γέλιο,
που γέμιζε όλο σου το πρόσωπο
και άδειαζε την δική μου
αναπνοή.
Πρώτη φορά έμαθα να ζω
με κάτι που δεν ήταν δικό μου,
τη ροή του απόλυτου.
Πρώτη φορά η προέκταση μου
ήταν θαρρείς
η δική σου τρυφερότητα.
Η μνήμη αποκαλύπτει
δεν μιμείται
δεν διαγράφει.

Αλλάζω

Ντύσου
φόρεσε το καλό σου φόρεμα,
τη νύχτα
στο λευκό σου κορμί
και πάμε.
Οι άλλοι περιμένουν
ντυμένοι με τον ίσκιο της σιωπής,
πιασμένοι από το ρείθρο,
του ρέοντος φόβου,
από το πουθενά
της χαμένης τους ελπίδας.
Δεν θυμάσαι,
είναι το σχήμα της λύπης
που αγνόησες,
είναι τα έκπληκτα μάτια
που προσπέρασες κάποτε.
Κοίτα,
πώς να αντέξεις;
τις ρυτίδες για πάντα
στο πρόσωπο σου.
Πόσο ακόμα;
τη ζωή μες την πίκρα
που σβήνει.

Η αγάπη θάλασσα

Δεν ήμουν η νύχτα στη ζωή σου
ούτε το μαχαίρι στην πληγή
που άνοιξε ο χρόνος,
ήμουν το φως σου
στο βαθύ σκοτάδι,
νερό αθάνατης πηγής
το αίμα να ξεπλύνεις.
Δεν ήμουν το λίγο
στης αγρύπνιας σου το παραμιλητό,
ούτε ο δυσεύρετος λόγος
στο πικρό σου στόμα,
ήμουν το δυνατό σκαρί
στις τρικυμίες να μη φοβάσαι
να ταξιδέψεις.
Δεν ήμουν το κρυφό σου πάθος
ούτε το δύσβατο πέρασμα
που χάραζε ο νους,
ήμουν ο σίγουρος δρόμος
να περπατήσεις
χωρίς να σκιάζεσαι.
Δεν ήμουν ο εφήμερος πόθος,
ούτε η πρόστυχη ηδονή,
ήμουν η αγάπη θάλασσα
που θα σε έπαιρνε
μακρυά
στο υπέροχο ταξίδι.
Τίποτα,
δεν έγινα τίποτα από όλα αυτά
είμαι πάντα εδώ
να φυλάω όσα δεν τόλμησες.
Είμαι εδώ,
ένα χαμένο άλλοτε
σε ένα δειλό τότε.