Πήρα το θαλασσί του ουρανού
έβαψα το μαύρο απ άκρη σε άκρη
ακέραια κατά πως πρέπει.
Σε εκείνα τα σπαρακτικά χαμόγελα
της εσωτερικής θλίψης
λίγο τριανταφυλλί παντοτινό
από την αυγή.
Κράτησα τον ήλιο ψηλά
έτσι για να νοιώσεις το φως
και να λιαστεί η ψυχή σου.
Κράτησα τη μοίρα
με το βαθύ παράπονο στα μάτια.
Η στιγμή με τα χρώματα
μια προσευχή που την τρέφει η αγωνία.
Η ασιτία και ο πόνος,
το μεγάλο αναπότρεπτο κακό,
η κατάρα μιας μυστηριώδους σύμπτωσης
που παραμονεύει στους αιώνες.
Ξαφνιαζόμαστε, σαστίζουμε αμέριμνοι,
δεν επαρκεί αυτός ο κόσμος.
Τα παιδιά που πεινάνε
προσπαθούν να γελάσουν
μα δεν ξέρουν.
Τα παιδιά που διψάνε
μας μαθαίνουν να κλαίμε
με τα δικά τους μάτια
μα δεν ξέρουμε.
Πίσω από τις λέξεις
Πίσω από τις λέξεις οι σκέψεις
ασύλληπτες, σαν χρέος.
Χαμογελώ υπομονετικά,
και βασανίζω παλιές αγάπες.
Δεν μιλάμε ακούραστα
απλώνουμε τη ματιά
κατά την απελπισία
και εκλιπαρούμε αμήχανα
για μια ξεκάθαρη επιθυμία.
Στήσανε χορό οι μνήμες
και κρατουν μαντήλι στον εγωισμό,
ασήμαντα μικρά πολλά ξύπνησαν,
δένουν σιωπές
και στέκουν σε απόσταση πόνου.
Μέσα στα χέρια μου κρατώ
σφιχτά ένα χρόνο,
πόσο γρήγορα πέρασε η χαρά
δειλά μακραίνει, μελαγχολική
όπως η μέρα την επομένη μιας γιορτής.
Είναι απόψε ο ουρανός
γλυκό αφίλητο στόμα,
πληθαίνει η δίψα
μα δεν έχω πια μάτια να σε βρω.
ασύλληπτες, σαν χρέος.
Χαμογελώ υπομονετικά,
και βασανίζω παλιές αγάπες.
Δεν μιλάμε ακούραστα
απλώνουμε τη ματιά
κατά την απελπισία
και εκλιπαρούμε αμήχανα
για μια ξεκάθαρη επιθυμία.
Στήσανε χορό οι μνήμες
και κρατουν μαντήλι στον εγωισμό,
ασήμαντα μικρά πολλά ξύπνησαν,
δένουν σιωπές
και στέκουν σε απόσταση πόνου.
Μέσα στα χέρια μου κρατώ
σφιχτά ένα χρόνο,
πόσο γρήγορα πέρασε η χαρά
δειλά μακραίνει, μελαγχολική
όπως η μέρα την επομένη μιας γιορτής.
Είναι απόψε ο ουρανός
γλυκό αφίλητο στόμα,
πληθαίνει η δίψα
μα δεν έχω πια μάτια να σε βρω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)