Φεύγεις λοιπόν,
είναι σαν να άδειασε ο κόσμος
να χάθηκε κάπου μακρυά.
Και ύστερα;
δεν ωφελεί να σου πω μείνε.
Τα αργύρια δεν ήταν της προδοσίας
ήταν της χαμένης εμπιστοσύνης,
μπορεί και της φαντασίας
ή της καχυποψίας.
Τώρα που το σκέπτομαι, ναι
πάντα αυτή έμπαινε μπροστά
και μας άφηνε πίσω
να τρέμουμε στους χειμώνες
της εγκαρτέρησης.
Μια ερημιά από δάκρυ
θα κατοικεί στο πικρό μου σώμα.
Εκεί που γεννήθηκε το γέλιο σου
μιά κρύα απόκοσμη σιωπή
θα σε θυμίζει για να πεθαίνω.
Μάζεψα τη βροχή σου,
τις μέρες και τις νύχτες της ματαιότητας.
Τα βήματα τα ασταθή καθώς ερχόσουν
χαραγμένα στην οδό Θεμιστοκλέους,
την πρώτη φορά, θυμάσαι;
Εγώ επέμενα στο τρυφερό σου παιχνίδι,
σε λάτρεψα αληθινά, πέρα από όρια.
Μα να που τώρα
και τα δικά μου βήματα μελαγχολικά,
αποσταμένα, εύθραυστα,
δεν θα μπορέσουν να καλύψουν
την απόσταση που όρισες.
Είμαι ο φταίχτης που δεν έφταιξε,
που ερχόταν να σε συναντήσει
στο ξύπνημα της μέρας
για ένα σου βλέμμα.
Είσαι η αοριστία που μου διέφυγε,
τα ευρώ για το ικα που δεν έφταναν.
Ενοιωσες πως ανησύχησα,
δεν ήταν παρά μονάχα η ισορροπία
που δεν μπορώ να αγνοήσω.
Λάθος κατάλαβες αγέρωχο μου
δεν με έπιασε φόβος,
έκανες καλά που μου το είπες,
που δεν μου το έκρυψες,
όμως δεν έπρεπε να το σκεφτείς.
Οχι δεν έπρεπε.
Τα λόγια
Λόγια σκιρτήματα χαράς
ποτέ πικρά, ποτέ θλιμένα
λόγια που με οδήγησαν σωστά,
γυμνά από λάμψη, μα αληθινά
απαλλαγμένα από μιζέρια.
Η αγκαλιά σου απομεσήμερο
που έμπαινα να ξαποστάσω
στην κάθε δύσκολη στιγμή
Μία ανθισμένη αμυγδαλιά
μία ζεστή καρδιά μες τον χειμώνα,
δεν στάθηκες ποτέ στραβά,
ποτέ αδιάφορη, με όλους τους καιρούς,
δεν δίστασες να μ αγκαλιάσεις
ακόμα και με τα χέρια σου σπασμένα.
Ολα σου τα χαρίσματα ευλογημένα
δεν τα ένοιωσα όταν έπρεπε,
αργότερα έκλαψα
όταν μπορούσα να σε κοιτάξω
με δακρυσμένα μάτια
χωρίς να ντρέπομαι,
ήταν τόσο αργά.
Δεκαπέντε χρόνια δειλινά
ατέλειωτα μαρμάρινα σκαλιά
ανεβαίνεις, δεν σε ξέχασα,
σε έχω κρατήσει μέσα μου,
δεκαπέντε χρόνια μάνα.
ποτέ πικρά, ποτέ θλιμένα
λόγια που με οδήγησαν σωστά,
γυμνά από λάμψη, μα αληθινά
απαλλαγμένα από μιζέρια.
Η αγκαλιά σου απομεσήμερο
που έμπαινα να ξαποστάσω
στην κάθε δύσκολη στιγμή
Μία ανθισμένη αμυγδαλιά
μία ζεστή καρδιά μες τον χειμώνα,
δεν στάθηκες ποτέ στραβά,
ποτέ αδιάφορη, με όλους τους καιρούς,
δεν δίστασες να μ αγκαλιάσεις
ακόμα και με τα χέρια σου σπασμένα.
Ολα σου τα χαρίσματα ευλογημένα
δεν τα ένοιωσα όταν έπρεπε,
αργότερα έκλαψα
όταν μπορούσα να σε κοιτάξω
με δακρυσμένα μάτια
χωρίς να ντρέπομαι,
ήταν τόσο αργά.
Δεκαπέντε χρόνια δειλινά
ατέλειωτα μαρμάρινα σκαλιά
ανεβαίνεις, δεν σε ξέχασα,
σε έχω κρατήσει μέσα μου,
δεκαπέντε χρόνια μάνα.
Γυναίκα
Γλυκό ξημέρωμα καταγάλανο πρωΐ
στου ονείρου το ξύπνημα
ακούμπησα λίγο στο αδράχτι της μέρας,
μόλις είχες γεννηθεί από φως.
Είσαι η γυναίκα,
μέσα στο πλήθος σε γνώρισα,
χαμογέλασα,
μίκρυνα την απόσταση, σε πλησίασα,
ήλθα και σε φίλησα,
ένας ήλιος βγήκε, λούστηκα με φως.
Απόρριψα την δέσμευση του φευγαλέου,
μπορώ να προσμένω ακόμα και μία ζωή.
Είσαι ο χρόνος,
περιμένω να μου φέρεις
το ολοπράσινο χαμόγελο της άνοιξης,
είμαι εδώ στο κατώφλι της καλημέρας
δεσμευμένος από την ελευθερία μου.
Τίποτα δεν έρχεται από το χτες,
όλα είναι καινούργια, γόνιμα,
σαν το μυστικό της μέρας,
σαν τον ήχο της θάλασσας, ποτέ ίδιος.
Δεν μπορώ πια να σε αρνηθώ,
μα ούτε και θέλω, δεν υπάρχει τέλος.
Είσαι ο έρωτας,
όταν μου χαρίσεις τις επιθυμίες σου
δυό χελιδόνια θα γίνουν τα χέρια μου,
να ζωγραφίσουν το όνομα σου
με λευκά τριαντάφυλλα
σε ένα παραδεισένιο ουρανό.
στου ονείρου το ξύπνημα
ακούμπησα λίγο στο αδράχτι της μέρας,
μόλις είχες γεννηθεί από φως.
Είσαι η γυναίκα,
μέσα στο πλήθος σε γνώρισα,
χαμογέλασα,
μίκρυνα την απόσταση, σε πλησίασα,
ήλθα και σε φίλησα,
ένας ήλιος βγήκε, λούστηκα με φως.
Απόρριψα την δέσμευση του φευγαλέου,
μπορώ να προσμένω ακόμα και μία ζωή.
Είσαι ο χρόνος,
περιμένω να μου φέρεις
το ολοπράσινο χαμόγελο της άνοιξης,
είμαι εδώ στο κατώφλι της καλημέρας
δεσμευμένος από την ελευθερία μου.
Τίποτα δεν έρχεται από το χτες,
όλα είναι καινούργια, γόνιμα,
σαν το μυστικό της μέρας,
σαν τον ήχο της θάλασσας, ποτέ ίδιος.
Δεν μπορώ πια να σε αρνηθώ,
μα ούτε και θέλω, δεν υπάρχει τέλος.
Είσαι ο έρωτας,
όταν μου χαρίσεις τις επιθυμίες σου
δυό χελιδόνια θα γίνουν τα χέρια μου,
να ζωγραφίσουν το όνομα σου
με λευκά τριαντάφυλλα
σε ένα παραδεισένιο ουρανό.
Χρόνια μετά
Ο,τι αγαπούσα έχει αλλάξει
τη δυσκαμψία της σκέψης βλέπω μόνο
και ένα βολικό παρόν.
Ανοιγα τα βλέφαρα και έβλεπα
σταλακτίτες από φως
και τις νύχτες των άλλων.
Με τρομάζει ο πανικός που σκίζει τον κύκλο
και αντικρύζει την σκόνη αλλοτινής χαράς.
Ολο βραδυάζει.
Προχώρησε πολύ ο χρόνος,
η σκέψη ακονισμένη σε αντιξοότητες
σκουριάζει σε αβαθή σημεία του νου.
Η μνήμη ξεθώριασε σαν παλιά επιγραφή,
το γέλιο σου πάλιωσε, χιλιόμετρα μακρυά,
μα θα υπάρχει πάντα.
Απομακρύνομαι όλο και πιο πολύ
στη σκιά μιας γνώριμης όψης
και πλησιάζω στη μάνα γη,
θα ξαναγεννηθώ το ξέρω.
Αλλαξα τα δάκρυα με τη σοφία
δεν πονάω πιά για την ύστατη αυγή,
ξέρω να σωπαίνω.
Να δω την ευτυχία του προσώπου σου
και ύστερα στην απουσία σου επάνω
να αφήσω την ανάσα μου,
να γίνει αχνός και να πεθάνω.
τη δυσκαμψία της σκέψης βλέπω μόνο
και ένα βολικό παρόν.
Ανοιγα τα βλέφαρα και έβλεπα
σταλακτίτες από φως
και τις νύχτες των άλλων.
Με τρομάζει ο πανικός που σκίζει τον κύκλο
και αντικρύζει την σκόνη αλλοτινής χαράς.
Ολο βραδυάζει.
Προχώρησε πολύ ο χρόνος,
η σκέψη ακονισμένη σε αντιξοότητες
σκουριάζει σε αβαθή σημεία του νου.
Η μνήμη ξεθώριασε σαν παλιά επιγραφή,
το γέλιο σου πάλιωσε, χιλιόμετρα μακρυά,
μα θα υπάρχει πάντα.
Απομακρύνομαι όλο και πιο πολύ
στη σκιά μιας γνώριμης όψης
και πλησιάζω στη μάνα γη,
θα ξαναγεννηθώ το ξέρω.
Αλλαξα τα δάκρυα με τη σοφία
δεν πονάω πιά για την ύστατη αυγή,
ξέρω να σωπαίνω.
Να δω την ευτυχία του προσώπου σου
και ύστερα στην απουσία σου επάνω
να αφήσω την ανάσα μου,
να γίνει αχνός και να πεθάνω.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)