Χρώματα

Πήρα το θαλασσί του ουρανού
έβαψα το μαύρο απ άκρη σε άκρη
ακέραια κατά πως πρέπει.
Σε εκείνα τα σπαρακτικά χαμόγελα
της εσωτερικής θλίψης
λίγο τριανταφυλλί παντοτινό
από την αυγή.
Κράτησα τον ήλιο ψηλά
έτσι για να νοιώσεις το φως
και να λιαστεί η ψυχή σου.
Κράτησα τη μοίρα
με το βαθύ παράπονο στα μάτια.
Η στιγμή με τα χρώματα
μια προσευχή που την τρέφει η αγωνία.
Η ασιτία και ο πόνος,
το μεγάλο αναπότρεπτο κακό,
η κατάρα μιας μυστηριώδους σύμπτωσης
που παραμονεύει στους αιώνες.
Ξαφνιαζόμαστε, σαστίζουμε αμέριμνοι,
δεν επαρκεί αυτός ο κόσμος.
Τα παιδιά που πεινάνε
προσπαθούν να γελάσουν
μα δεν ξέρουν.
Τα παιδιά που διψάνε
μας μαθαίνουν να κλαίμε
με τα δικά τους μάτια
μα δεν ξέρουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: