Χειμώνας

Μια δυνατή μπόρα
μου κτύπησε την πόρτα
κάθισε στην πολυθρόνα
μπροστά στο τζάκι.
Το φεγγάρι απορημένο,
γυρεύει βιαστικά
μέσα στα σύννεφα
περισσότερο ουρανό.
Η νύχτα ψιθύρισε
το τελευταίο αντίο
στο φετεινό φθινόπωρο,
κλείνοντας αμήχανα
τα μεγάλα σκοτεινά της μάτια.
Χαμογελάω,
δεν ανησυχώ που φεύγεις,
δεν τρομάζω πια,
ξέρω θα ‘ρθεις πάλι
με το καλοκαίρι.
Αφησα τα κλειδιά
κάτω από την γλάστρα.
Αφησες
το ζεστό σου γέλιο
στο παλιό ξύλινο τραπέζι.
Ο χειμώνας
με τα χέρια στις τσέπες
σφυρίζει αδιάφορα,
κατηφορίζει νωχελικά
ξυπόλητος και παγωμένος
στη λιακάδα μας,
δεν φοβάμαι
είναι εδώ να με ντύσει
το γέλιο σου,
εκείνο που άφησες.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Μιά ήσυχη ώρα, που οι αισθήσεις χωνεμένες βαθιά μέσα στο σώμα του ποιητή, δεν έχουν σκοπό να διαφωνίσουν σε τίποτα με την αληλλουχία των σκέψεων του.Οι εποχές θα αλλάξουν ..η επιστροφή θα ξανάρθει..το κλειδάκι θα βρεθεί..κάποιος θα περάσει απέξω απο την τζαμαρία της ζεστασιάς, σφυρίζοντας με τα χέρια του στην τσέπη σαν χειμώνας.
Μια ζηλευτή επιμέλεια ησυχίας..παντού.